*Σ.τ.Μ: Σημείωμα της Μεταφράστριας

Η επιλογή του ονόματος του blog είναι ένας τρόπος απόδοσης φόρου τιμής στους αφανείς ήρωες, στους άγνωστους μεταφραστές, που πάντα μένουν στο περιθώριο. Σε αυτούς που το έργο τους συνήθως δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και το όνομά τους δεν αναφέρεται συχνά. Σε όλους αυτούς, που για πολλούς πρέπει να ξέρουν τα πάντα, αλλά για τους περισσότερους δεν κάνουν τίποτα. Είναι μια απάντηση στην ερώτηση: «Με τί ασχολείσαι; Α! Το σπούδασες;» και σε σχόλια τύπου: «Σιγά, μωρέ τη δουλειά! Ανοίγεις λεξικό, βρίσκεις λέξη, κλείνεις λεξικό». Η μετάφραση είναι πολλά παραπάνω από λεξικά και ηλεκτρονικά προγράμματα και η δουλειά του μεταφραστή δεν περιορίζεται στο τέλος μια σελίδας υπό το σύμβολο Σ.τ.Μ! Κι αν για πολλούς, οι μεταφραστές είναι «αόρατοι», εδώ συμμεριζόμαστε την άποψη του M. Serres για τους μεταφραστές, σύμφωνα με την οποία, οι μεταφραστές πρέπει να αποτελέσουν αναπόσπαστο κομμάτι της συντροφιάς των αγγέλων και να μην ξεχνούν ότι ... les pires Anges se voient; les meilleurs disparaissent…(οι χειρότεροι άγγελοι είναι ορατοί, οι καλύτεροι εξαφανίζονται). Με αυτό το blog θα εξαφανιστούμε σίγουρα, παναπεί θα γίνουμε καλύτεροι!

*Σ.τ.Μ.: Κι αν νομίζετε ότι σ’ αυτό το blog θα βρείτε μόνο Μεταφραστικά, γελιέστε! Σε αυτή την πόλη των Αγγέλων…ο Θεός είναι η Γλώσσα, την οποία και θα υμνούμε! ΕυΛόγησον!

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Mariapedia (2)


Κι ενώ στο προηγούμενο post μάθαμε πολλά για την Ιστορία της Μετάφρασης και το ζήτημα της Ισοδυναμίας στα ξένα, σκέφτηκα ότι θα ήταν εξίσου σημαντικό να αναφερθώ στους ελληνόφωνους ερευνητές, μεταφρασεολόγους και μεταφραστές. Οι κυριότερες προσεγγίσεις στο χώρο της ελληνόφωνης μεταφρασεολογίας σε σχέση με την πολυσυζητημένη έννοια τής ισοδυναμίας έχουν παρουσιαστεί σε έργα ελληνόφωνων μεταφραστών από τα τέλη του 20ου αιώνα ως τις μέρες μας. Μία από αυτές ανήκει στον Παναγιώτη Κριμπά, ο οποίος προτείνει τον όρο «παραλληλία» αντί αυτού της στατικής ισοδυναμίας. Δικαιολογεί την άποψή του αυτή αναφέροντας ως παράδειγμα τη λέξη «σκύλος» στα ελληνικά και “dog” στα αγγλικά. Σύμφωνα με τον ίδιο οι δύο αυτές λέξεις δεν είναι ισοδύναμα αλλά «παράλληλα».
Όσον αφορά την ύπαρξη θεωριών στην ελληνόφωνη μεταφρασεολογία, που σχετίζονται άμεσα με την ισοδυναμία και με το πώς πρέπει να μεταφράζει ο μεταφραστής προκειμένου να την επιτύχει, ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του Παναγιώτη Κελάνδρια, σύμφωνα με τον οποίο, απαιτείται η υιοθέτηση κατάλληλων μεταφραστικών στρατηγικών παρά η υιοθέτηση συγκεκριμένων θεωρητικών μοντέλων για την επίτευξη ισοδυναμίας, αφού ούτως ή άλλως κανείς μεταφραστής δεν ξεκινά τη μεταφραστική διαδικασία, έχοντας αρχικά και εφαρμόζοντας εν τέλει μια (μόνο) μεταφραστική θεωρία. Άλλωστε τα θεωρητικά μοντέλα, βοηθούν το μεταφραστή να αντιμετωπίσει τις κατά περίπτωση δυσκολίες που συναντά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ίδιος θα ακολουθήσει μια συγκεκριμένη θεωρία. Όπως υποστήριζε και ο φιλόσοφος και επιστημολόγος L. Nanni, η θεωρία της μετάφρασης και η πράξη της μετάφρασης αντίστοιχα δεν μπορούν να είναι αποκομμένες αλλά πάντα θα βρίσκονται συνδεδεμένες, προσπαθώντας να δώσουν λύση στο πρόβλημα της επίτευξης ισοδυναμίας, καθώς δεν υφίσταται «θεωρητική εκδήλωση χωρίς πρακτική διάσταση, όπως επίσης δεν υπάρχει πρακτική δραστηριότητα δίχως θεωρία».
Θα αναφέρω επίσης και οπωσδήποτε την άποψη της Φρειδερίκης Μπατσαλιά, σύμφωνα με την οποία, όταν ερευνούμε την ύπαρξη ισοδυναμίας πρέπει να διευκρινίζουμε σε ποιο επίπεδο του κειμένου την αναζητούμε. Λόγω του ότι κάθε κείμενο εκφέρεται σε πολλαπλά επίπεδα: σημασιολογικό, λεξιλογικό, μορφο-συντακτικό, πραγματολογικό και υφολογικό, η ισοδυναμία είναι δύσκολο συνήθως να επιτευχθεί σε όλα τα επίπεδα ταυτόχρονα, γεγονός που εξηγείται εύκολα αν λάβουμε υπόψη μας τη διαφοροποίηση του γλωσσικού συστήματος της γλώσσας-στόχος ή τη διαφορετική οργάνωση του πραγματολογικού χώρου της γλώσσας-πηγή. Έτσι, είναι αναπόφευκτο να μην υπάρχουν ‘μετατοπίσεις’ από τις οποίες θεωρούνται επιβεβλημένες οι ‘μετατοπίσεις’ εκείνες, που δεν θα εμποδίσουν την έκφραση του πρωτοτύπου και την επίτευξη της επικοινωνιακής του λειτουργίας.
Η προσωπική μου άποψη για την ύπαρξη ισοδυναμίας μεταξύ πρωτοτύπου και μεταφράσματος, ύστερα από την έρευνα όλων των παραπάνω θεωριών που έχουν κατά καιρούς ειπωθεί, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε ξεκάθαρη, ούτε απόλυτη. Άλλοτε, δηλαδή, υποστηρίζουμε πως επιτυγχάνεται η ισοδυναμία και άλλοτε όχι. Αυτό συμβαίνει διότι η μεταφραστική διαδικασία είναι πολύπλοκη διαδικασία, κατά τη διάρκεια της οποίας λαμβάνονται υπόψη πολλοί παράγοντες και το μεταφραστικό αποτέλεσμα μπορεί να αποτιμηθεί από διαφορετική κάθε φορά σκοπιά.
Πρώτον, πρέπει να εξετάσουμε το αν το προς μετάφραση κείμενο είναι οικονομικό, τεχνικό, νομικό, λογοτεχνικό κ.τ.λ. να εξετάσουμε, δηλαδή, το είδος του προς μετάφραση κειμένου και να αποφανθούμε για το αν πρόκειται για ειδικό κείμενο, για γενικό κείμενο ή για κείμενο που ανήκει στη σφαίρα της λογοτεχνίας και της ποίησης.
 Η μεγαλύτερη δυσκολία έγκειται στην περίπτωση λογοτεχνικών έργων ή ποιημάτων, γεγονός που εύκολα γίνεται αντιληπτό, αν σκεφτούμε ότι σε τέτοιου είδους κείμενα το vouloir dire του συγγραφέα ή του ποιητή αναζητείται ακόμα και από τους αναγνώστες του πρωτοτύπου. Ο παράγοντας της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, που εντοπίζεται ως επί το πλείστον σε λογοτεχνικά κείμενα, δυσκολεύει τη μεταφραστική διαδικασία. Οι περιορισμοί και οι δυσκολίες ίσως μειώνονται, όταν έχουμε να κάνουμε με «κοντινές» από πολιτισμική άποψη γλώσσες, αυτό όμως δε σημαίνει ότι εξαλείφονται εντελώς, όταν έχουμε να κάνουμε με «μακρινές» από πολιτισμική άποψη γλώσσες. Για παράδειγμα, η ισοδυναμία φαντάζει ως ανυπέρβλητο εμπόδιο όταν η γλώσσα-πηγή είναι λόγου χάρη τα ελληνικά και γλώσσα-στόχος τα κινέζικα και ως επιτεύξιμο στόχος, όταν η γλώσσα-πηγή είναι τα ελληνικά και γλώσσα-στόχος τα ιταλικά. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε και την άποψη των J. P. Vinay και J. Darbelnet σύμφωνα με του οποίους η κατά λέξη μετάφραση είναι η πιο εύκολη αλλά συνάμα και η πιο επικίνδυνη πρακτική, ιδίως σε γλώσσες και πολιτισμούς με πολλά κοινά σημεία. Ακόμα, τα ιδιαίτερα «εργαλεία» που έχει στη διάθεσή του ο κάθε συγγραφέας λογοτεχνικών έργων ή ο κάθε ποιητής, όπως οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις, οι αλληγορικές εκφράσεις, τα διάφορα σχήματα λόγου κ.α. καθώς και ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής του κάθε συγγραφέα, που θα καθορίσει και το ύφος του κειμένου, αποτελούν επιπρόσθετα προβλήματα, τα οποία καλούνται να επιλύσουν οι εκάστοτε μεταφραστές λογοτεχνικών έργων.
Από την άλλη πλευρά, στη μετάφραση ενός ειδικού κειμένου, θεωρούμε ότι, η ισοδυναμία είναι ευκολότερο να επιτευχθεί λόγω της παγίωσης ορολογίας σε κάθε τομέα και η μετάφραση να διευκολυνθεί μέσα από ειδικά γλωσσάρια ή λεξικά. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη, ότι τα ειδικά κείμενα είναι αποκομμένα από κάθε είδους πολιτισμική ιδιαιτερότητα, καθώς γίνεται εύκολα αντιληπτό πως διαφέρει το νομικό, οικονομικό ή κοινωνιολογικό σύστημα από τη μια χώρα στην άλλη. Όπως αναφέρεται από την Αναστασία Παριανού στο άρθρο της «Διαπολιτισμική ειδική επικοινωνία» (2004): «Υπάρχουν και στα ειδικά κείμενα οι διακυμάνσεις ‘πολιτισμού’, όπως τις έχουμε συνηθίσει στα λογοτεχνικά κείμενα, που ίσως εκπλήσσουν τον μη ειδικό σε θέματα διαγλωσσικής ορολογίας». Στην συγκεκριμένη περίπτωση η μεγαλύτερη αδυναμία εντοπίζεται στις περιπτώσεις που η γλώσσα-στόχος είναι έλασσον γλώσσα, δηλαδή μειονοτική ή περιφερειακή γλώσσα, όπως η ελληνική, ακριβώς επειδή η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας και επομένως της ορολογίας σε τομείς όπως η ιατρική, η γενετική, η πληροφορική κ.τ.λ. παρατηρείται κατά βάση σε μεγαλύτερης κλίμακας γλώσσες, όπως η αγγλική. Τι συμβαίνει σε περίπτωση που δεν έχει παγιωθεί κάποιος όρος, ύστερα από ένα νέο επίτευγμα της τεχνολογίας; Πρέπει η γλώσσα να προλάβει τις εξελίξεις ή οι εξελίξεις να προσαρμόζονται στην εκάστοτε γλώσσα; Η απάντηση όμως τέτοιων ερωτημάτων χρήζουν μεγαλύτερης ανάλυσης και επεξεργασίας, καθώς αναμφισβήτητα αποτελούν πρόβλημα κατά τη μεταφραστική διαδικασία.
Εκτός από την διευκρίνιση για το αν πρόκειται περί ειδικού ή λογοτεχνικού κειμένου, η έρευνα της ισοδυναμίας, απαιτεί κατά την γνώμη μου και τη διευκρίνιση για το επίπεδο του κειμένου (σημασιολογικό, μορφο-συντακτικό, πραγματολογικό, λεξιλογικό και υφολογικό) στο οποίο αναζητείται η ισοδυναμία. Θα συμφωνήσω με την άποψη της Φ. Μπατσαλιά και θα υπογραμμίσω, πως είναι δύσκολο ως και ακατόρθωτο εγχείρημα η επίτευξη ισοδυναμίας σε όλα τα επίπεδα του κειμένου ταυτόχρονα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μένουμε προσκολλημένοι στην αναζήτηση της ισοδυναμίας από την σκοπιά της Γλωσσολογίας, συμφωνώντας αυτή τη φορά με την άποψη του Β. Κουτσιβίτη ότι είναι η πιο «επικίνδυνη προσπάθεια στη μεταφρασεολογία το να προσπαθεί κανείς να περιορίσει τη μετάφραση στο επίπεδο της γλώσσας». Η συνεισφορά της Γλωσσολογίας στην ανάλυση του μεταφραστικού εγχειρήματος και στην αναζήτηση της ισοδυναμίας είναι αναμφισβήτητη, όμως δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι στους κόλπους της υποβόσκει μια ολοκληρωμένη απάντηση, καθώς δεν περιλαμβάνει άλλες βασικές πτυχές, όπως οι διάφοροι ψυχολογικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί, πολιτισμικοί και εξωγλωσσικοί παράγοντες.
Μια τρίτη διευκρίνιση, που πρέπει κατά τη γνώμη μου να γίνει, προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα, αν τελικά είναι επιτεύξιμη η ισοδυναμία ή όχι, έχει να κάνει με την οπτική γωνία από την οποία εξετάζεται η μετάφραση: αναζητείται η ισοδυναμία από την πλευρά του συγγραφέα, του μεταφραστή ή του αναγνώστη-αποδέκτη; Ο συγγραφέας, ως δημιουργός του αρχικού κειμένου, έχει μια συγκεκριμένη εικόνα κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου του, η οποία μπορεί και να αλλάξει με το πέρασμα του χρόνου. Ο μεταφραστής, ως παραγωγός κειμένου, αντιλαμβάνεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο το αρχικό κείμενο του συγγραφέα και πρέπει να έχει πάντα στην άκρη του μυαλού του τον σκοπό του εγχειρήματός του. Στο γεγονός αυτό οφείλονται εν μέρει, κατά τη γνώμη μου, οι διαφορετικές μεταφράσεις των ίδιων έργων όπως και οι περιπτώσεις αναμεταφράσεων, προκειμένου τα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας να προσαρμοστούν στην εκάστοτε εποχή και στο διαφορετικό αναγνωστικό κοινό. Τέλος, ο αναγνώστης λαμβάνει την εικόνα του συγγραφέως ή την αντίληψη του μεταφραστή για το πρωτότυπο έργο, πράγμα που εξαρτάται από τον μεταφραστή και από το πώς αυτός θα επιλέξει να προσεγγίσει αρχικά το πρωτότυπο κείμενο και να το μεταφέρει τελικά στον αναγνώστη-αποδέκτη.
Επομένως, αν ξαναθέσουμε το ερώτημα «Είναι επιτεύξιμη η ισοδυναμία κατά τη μεταφραστική διαδικασία;», μετά την παραπάνω ανάλυση, θα λέγαμε συνοψίζοντας, πως εξαρτάται από το είδος του κειμένου, το επίπεδο του κειμένου, από το αν προσεγγίζουμε το κείμενο από την πλευρά του συγγραφέα, του μεταφραστή ή του αναγνώστη του μεταφράσματος και τέλος από τον σκοπό του μεταφράσματος.
Αυτό, όμως, που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το κείμενο-στόχος να «ρέει» φυσικά στη γλώσσα-στόχος, χωρίς να «ξενίζει» τον αναγνώστη-δέκτη, αφήνοντας κενά στην κατανόηση του νοήματος, είτε έχουμε να κάνουμε με ειδικό είτε με λογοτεχνικό κείμενο. Αυτό συνεπάγεται όχι απλώς την σε βάθος γνώση της γλώσσας-στόχος και του πολιτισμού-στόχος από την πλευρά του μεταφραστή, καθώς και της ερευνητικής του ικανότητας, αλλά και την προσωπική του κρίση για εκείνες τις επιλογές, οι οποίες δεν θα αλλοιώνουν τη γλώσσα του μεταφράσματος με απώτερο και κατ’ ανάγκη στόχο την επίτευξη της ισοδυναμίας. Με άλλα λόγια, η ισοδυναμία δεν πρέπει να αποτελεί αυτοσκοπό κατά τη μεταφραστική διαδικασία.  Προέχει ο σεβασμός προς τη γλώσσα-στόχος.
Τέλος, καθώς όπως ήδη αναφέρθηκε ο κλάδος της μεταφρασεολογίας είναι από τους νεότερους τομείς του επιστητού, όπως τόνιζε ήδη από το 1797 ο Γερμανός Νοβάλις στον Αύγουστο Σλέγκελ, μεταφραστή του Σαίξπηρ, «…σε κανέναν άλλον τομέα δεν υπάρχει τόση άγνοια όση στον τομέα της μετάφρασης. Θα μπορούσε όμως να αποτελέσει πραγματική επιστήμη και τέχνη», είναι σίγουρο πως οι συζητήσεις, οι θεωρίες, οι στρατηγικές και οι διάφορες προσεγγίσεις του φλέγοντος θέματος της ισοδυναμίας, αναμφισβήτητα θα εξακολουθήσουν να αυξάνονται τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων της Ελλάδας.

*Σ.τ.Μ.: Τώρα που το ξανασκέφτομαι, η συζήτηση για την Ισοδυναμία δεν έχει τέλος! Εγω απλώς παρέθεσα κάποιες από τις θεωρίες-απόψεις που έτυχε να πέσουν στα χέρια μου! Αν όμως ντε και καλά πρέπει να δώσουμε μια απάντηση στο ερώτημα αν υπάρχει ισοδυναμία ή όχι και αν τελικά μπορούν να αποδοθούν οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες από μια γλώσσα-πηγή σε μια άλλη γλώσσα-στόχος, τότε η απάντηση αυτή δεν μπορεί να είναι διαφορετική παρά μόνο πολυδιάστατη, όπως και το ίδιο το θέμα της ερώτησης. Υπάρχει ισοδυναμία, γιατί η κάθε γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός, που εξελίσσεται, αλληλεπιδρά και προσαρμόζεται, όπως άλλωστε και οι ίδιοι οι λαοί που τις ομιλούν και από την άλλη δεν υπάρχει γιατί αυτή η εξέλιξη, η αλληλεξάρτηση και η προσαρμογή διαφέρει από γλώσσα σε γλώσσα και επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων. Το σημαντικότερο είναι να μην ξεχνάμε πως κάθε γλώσσα είναι «μαγεία», όπως και ο κάθε πολιτισμός που υπάρχει (ή υπήρξε) στον πλανήτη μας. Αν ήταν να χάναμε έστω και κάτι από αυτή τη γλωσσική ή πολιτισμική «μαγεία», προκειμένου να είναι επιτεύξιμη η ισοδυναμία, τότε τι να πω; Καλύτερα να μην επιτευχθεί ποτέ!

3 σχόλια:

Γιωργος Κεντρωτης είπε...

Ξέρω ότι κουβαλάω κουκουβάγιες στην Αθήνα, αλλά τα πράγματα δεν έχουν πάει-και πώς να πάνε;- πιο πέρα από τον Ρομάν Γιακομπσόν.

Γιωργος Κεντρωτης είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Bery είπε...

Θα συμφωνήσω απόλυτα. Μπορεί στο post να ανάφερα οτι παρέθεσα κάποια πράγματα που έχουν ειπωθεί και έτυχε να πέσουν στα χέρια μου, αλλά απο τον Γιακοπσόν όλα ξεκινούν και όλα εκεί τελειώνουν.