*Σ.τ.Μ: Σημείωμα της Μεταφράστριας

Η επιλογή του ονόματος του blog είναι ένας τρόπος απόδοσης φόρου τιμής στους αφανείς ήρωες, στους άγνωστους μεταφραστές, που πάντα μένουν στο περιθώριο. Σε αυτούς που το έργο τους συνήθως δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και το όνομά τους δεν αναφέρεται συχνά. Σε όλους αυτούς, που για πολλούς πρέπει να ξέρουν τα πάντα, αλλά για τους περισσότερους δεν κάνουν τίποτα. Είναι μια απάντηση στην ερώτηση: «Με τί ασχολείσαι; Α! Το σπούδασες;» και σε σχόλια τύπου: «Σιγά, μωρέ τη δουλειά! Ανοίγεις λεξικό, βρίσκεις λέξη, κλείνεις λεξικό». Η μετάφραση είναι πολλά παραπάνω από λεξικά και ηλεκτρονικά προγράμματα και η δουλειά του μεταφραστή δεν περιορίζεται στο τέλος μια σελίδας υπό το σύμβολο Σ.τ.Μ! Κι αν για πολλούς, οι μεταφραστές είναι «αόρατοι», εδώ συμμεριζόμαστε την άποψη του M. Serres για τους μεταφραστές, σύμφωνα με την οποία, οι μεταφραστές πρέπει να αποτελέσουν αναπόσπαστο κομμάτι της συντροφιάς των αγγέλων και να μην ξεχνούν ότι ... les pires Anges se voient; les meilleurs disparaissent…(οι χειρότεροι άγγελοι είναι ορατοί, οι καλύτεροι εξαφανίζονται). Με αυτό το blog θα εξαφανιστούμε σίγουρα, παναπεί θα γίνουμε καλύτεροι!

*Σ.τ.Μ.: Κι αν νομίζετε ότι σ’ αυτό το blog θα βρείτε μόνο Μεταφραστικά, γελιέστε! Σε αυτή την πόλη των Αγγέλων…ο Θεός είναι η Γλώσσα, την οποία και θα υμνούμε! ΕυΛόγησον!

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Άλλο το ενα και άλλο το άλλο!

Έχουμε σκοπό να παίξουμε με τις λέξεις..για να μην παίζουν αυτές μαζί μας

Είναι άλλο το να ποθείς κι άλλο να ‘χεις αγάπη
Άλλο να ζητάς κι άλλο να μάχεσαι για κάτι
Άλλο είναι να σκέφτεσαι πως θες κάτι ν’ αλλάξει
Κι άλλο αυτή τη σκέψη σου να την κάνεις πράξη
Άλλο να χαρίζεσαι κι άλλο να χαρίζεις
Άλλο να κερδίζεις κάτι κι άλλο να τ’ αξίζεις
Άλλο να πορεύεσαι κι άλλο ν’ ακολουθείς
Άλλο να’ σαι ηγέτης άλλο να θες να ηγηθείς
Άλλο να’ σαι ξεπλυμένος κι άλλο καθαρός
Άλλο να’ σαι θαμπωμένος κι άλλο να’ χεις δει το φως
Άλλο να’ σαι στάσιμος και άλλο σταθερός
Άλλο αν το' βαζες στα πόδια άλλο να’ σαι επι ποδός
Άλλο να ξέρεις κι άλλο να λες την αλήθεια
Άλλο είναι ο μύθος κι άλλο τα παραμύθια
Άλλο είναι το ήθος και άλλο η συνήθεια
Καθένα είναι ένα και όλα δεν είναι ίδια

Άλλο το’ να άλλο τ’ άλλο
Πρέπει στο μυαλό σου να το βάλω
Άλλο το’ να άλλο τ’ άλλο
Άλλο να έχεις κάλλος και άλλο να έχεις κάλο

Άλλο προσκυνητής κι άλλο προσκυνημένος
Άλλο το να πουλάς άλλο να’ σαι πουλημένος
Άλλο η μοναξιά άλλο η μοναχικότης
Άλλο το να κάνεις πνεύμα άλλο να το’ χεις
Άλλο να’ χεις Λόγο κι άλλο να ‘ σαι όλο λόγια
Άλλο τα κομποσκοίνια και άλλο τα κομπολόγια
Άλλο να’ χεις θέρμη άλλο να’ χεις κάψα
Άλλο είναι να κλαις άλλο να’ σαι στην κλάψα
Άλλο η ευλογιά και άλλο η ευλογία
Άλλο να εφησυχάζεις άλλο να’ σαι σ’ ησυχία
Είναι άλλο ο γελέων και άλλο ο γελοίος
Όπως είναι άλλο ο Γραικός και άλλο ο γραικύλος




*Σ.τ.Μ.: Surprisingly...http://www.youtube.com/watch?v=Zim2KYl1zK0

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Το θαυμαστικό!


Την Παραμονή των Χριστουγέννων ο Εφήμ Περεκλάντι, «υπουργικός γραμματεύς», πλάγιασε πολύ άκεφος. Ένιωθε πως τον είχαν προσβάλλει βαριά.
- Παράτα με, μάγισσα! ούρλιαξε με κακία, μόλις τον ρώτησε η γυναίκα του παραξενεμένη για το κατσούφικο ύφος του.
Εκείνο το βράδυ βρισκόταν σε μια διασκέδαση και είχε ακούσει πολλά δυσάρεστα πράγματα που τον πλήγωσαν κατάκαρδα. Στην αρχή μιλούσαν για τη σημασία που έχει γενικά η μόρφωση, ύστερα η συζήτηση πέρασε, έτσι χωρίς να το καταλάβουν, στα προσόντα που χρειάζονται για να γίνει κανείς υπουργικός υπάλληλος. Και επειδή δεν έχεις ανάγκη και πολύ σπουδαία φόντα για να τρυπώσεις σε μια δημόσια υπηρεσία, το θέμα έγινε αφορμή για πικρόχολες παρατηρήσεις, παρεξηγήσεις και πειραχτικά σχόλια. Στο τέλος, όπως γίνεται πάντοτε σε κάθε ρούσικη παρέα, το γενικό ζήτημα μετατοπίστηκε σε προσωπικές περιπτώσεις.
- Θέλετε ένα παράδειγμα; Ορίστε! Εσείς, κύριε Περεκλάντιν. Έχετε μια σπουδαία θέση…αλλά ποια είναι η μόρφωσή σας;
- Καμιά, κύριε. Στη δική μου υπηρεσία δε χρειάζεται μόρφωση, αποκρίθηκε με μετριοφροσύνη ο Περεκλάντιν. Φτάνει να ξέρεις ορθογραφία.
- Και πού μάθατε εσείς ορθογραφία;
- Η συνήθεια, κύριε… Σαράντα χρόνια υπηρεσία, μαθαίνει το χέρι. Βέβαια στην αρχή ήταν κάπως δύσκολα, έκανα λάθη, αλλά με την καθημερινή ρουτίνα έμαθα.
-Και η στίξη;
- Και η στίξη το ίδιο…, δεν κάνω λάθη.
- Χμ! έκανε ο νεαρός ενοχλημένος. Η συνήθεια όμως δεν είναι το ίδιο πράμα με τη μόρφωση. Δε φτάνει να ξέρεις πού θα βάλεις τις οξείες και τις περισπωμένες… όχι κύριε! Πρέπει να ξέρεις και γιατί. Όταν βάζεις κόμμα, να πούμε, πρέπει να ξέρεις για ποιο λόγο βάζεις κόμμα… μάλιστα κύριε! Και η αυτόματη ορθογραφία σας… η ανακλαστική… δεν αξίζει καπίκι. Είναι μηχανική δουλειά και τίποτα παραπάνω.
Ο Περεκλάντιν δεν έβγαλε μιλιά, χαμογέλασε μάλιστα με μετριοφροσύνη. (Ο νεαρός ήταν γιος κρατικού συμβούλου πέμπτης τάξεως και ο ίδιος ήταν κιόλας δημόσιος υπάλληλος δέκατου βαθμού.) Αλλά τώρα που πλάγιασε άφησε να ξεσπάσουν η αγανάκτηση και ο θυμός του.
«Σαράντα χρόνια υπηρεσία δε μου είπε κανείς κουβέντα και έρχεται αυτός να μου κάνει τον έξυπνο. Αυτόματη ορθογραφία… ανακλαστική…  Μηχανική δουλειά! Μπορεί να καταλαβαίνω εγώ καλύτερα από σε΄να και ας μην πήγα σε πανεπιστήμια». Αφού έλουσε το νεαρό με όλα τα επίθετα που είχε το υβρεολόγιό του και ζεστάθηκε κάτω από τις κουβέρτες, ξαναβρήκε τη γαλήνη του.
«Ξέρω… καταλαβαίνω… συλλογιζόταν μισοκοιμισμένος. Δεν βάζω ποτέ άνω τελεία εκεί που χρειάζεται κόμμα, έχω συνείδηση λοιπόν τι κάνω, ξέρω. Μάλιστα… έτσι είναι, νεαρέ μου! Πρέπει να στρωθείς στην καρέκλα, να δουλέψεις κάμποσα χρονάκια και ύστερα να κρίνεις τους γέρους».
Στα γλαρωμένα μάτια του Περκλάντιν πέρασε ξαφνικά ένα φωτεινό κόμμα σαν μετέωρο ανάμεσα σε τούφες πηχτά, μαύρα σύννεφα που του χαμογελούσαν. Ένα άλλο, και άλλο, και άλλο ακόμη, και σε λίγο ολάκερος ο απέραντος μαύρος φόντος, που απλωνόταν στον ουρανό της φαντασίας του, πλημμύρισε φωτεινά, φτερωτά κόμματα.
«Ας πάρουμε αυτά τα κόμματα για παράδειγμα, συλλογιζόταν ο Περεκλάντιν, που ένιωθε το κορμί του να ποτίζεται από μια γλυκιά νάρκη, τα ξέρω καλά… Είμαι ικανός, αν θέλεις, να βρω για το καθένα τη θέση που του ταιριάζει και… ευσυνειδήτως, όχι στην τύχη… Δοκίμασέ με και θα δεις… Όσο μπερδεμένο είναι το κείμενο, τόσο περισσότερα κόμματα χρειάζεται. Κόμμα βάζω πάντοτε μπροστά στο ‘ο οποίος, η οποία, το οποίο’ και στο ‘ό,τι’, όταν είναι αναφορικό. Όταν γράφεις μια κατάσταση των υπαλλήλων, πρέπει να βάζεις κόμμα ύστερα από κάθε όνομα. Το ξέρω».
Τα χρυσά κόμματα έπεσαν, σε λίγο, σαν βροχή και έσβησαν…
Στον απέραντο μαύρο φόντο πρόβαλαν κατακόκκινες τελείες. «Τελεία βάζουμε, όταν τελειώνουμε… Επίσης, όταν θέλουμε να δείξουμε το σημείο που πρέπει να γίνει μια μεγάλη διακοπή για να κοιτάζουμε τον ακροατή. Τελεία βάζουμε στο τέλος των μεγάλων παραγράφων, για να μην πιάνεται η ανάσα του γραμματικού που θα διαβάσει το κείμενο. Πουθενά αλλού».
Οι τελείες παιχνίδισαν, στριφογύρισαν και ο Περεκλάντιν είδε να προβάλει μπρος στα μάτια του μια ολόκληρη στρατιά από «δυο τελείες».
«Πού βάζουμε δύο τελείες; Δύο τελείες βάζουμε μετά το ‘αποφασίζομεν’, ‘διατάσσομεν’».
Οι τελείες χάθηκαν και ήρθε η σειρά των ερωτηματικών. Ξεχύθηκαν από τα σύγνεφα και άρχισαν να χορεύουν κανκάν.
«Το ερωτηματικό; Έχουν δει τα μάτια τέτοια! Και χίλια να μου δώσεις, κάπου θα βρω να τα βολέψω, Το βάζουμε πάντοτε όταν θέλουμε να ρωτήσουμε για κάτι ή όταν θέλουμε να ζητήσουμε πληροφορίες για ένα έγγραφο… ‘Πού υποβλήθηκε ο απολογισμός του τάδε έτους;’ ή ‘Το αστυνομικό τμήμα έχει πληροφορές περί της σημερινής κατοικίας του Ιβανώφ;’ κτλ».
Τα ερωτηματικά αναποδογύρισαν, ίσιωσε η μαγκουρίτσα τους και με μιας, σαν να υπάκουσαν σε κάποιο παράγγελμα, έγιναν θαυμαστικά.
«Χμ!... Αυτό ‘το σημείο της στίξεως’ μεταχειριζόμαστε πολύ συχνά στα γράμματα. ‘Αγαπητέ κύριε!’ ή ‘Εξοχότατε, πατέρα και ευεργέτη!...’ Και στα υπηρεσιακά έγγραφα όταν… μα πότε;»
Τα θαυμαστικά έκαναν ένα σάλτο μπροστά, κορδώθηκαν ακόμα περισσότερο και στάθηκαν εκεί ασάλευτα, περιμένοντας…
«Στα υπηρεσιακά έγγραφα, όταν χμ… πώς να το πω; Χμ!... Αλήθεια, πότε, βάζουμε θαυμαστικό; Στάσου… να θυμηθώ… Χμ!»
Ο Περεκλάντιν άνοιξε τα μάτια του και γύρισε από το άλλο πλευρό. Μόλις όμως έκλεισε τα βλέφαρά του, να σου τα θαυμαστικά πρόβαλαν πάλι στο μαύρο φόντο.
«Να πάρει ο διάολος!... Πότε πρέπει να βάλουμε θαυμαστικό;» συλλογιζόταν πασχίζοντας να αποδιώξει από τη φαντασία του αυτούς τους ενοχλητικούς επισκέπτες. «Το ξέχασα λοιπόν; Βέβαια, ή το ξέχασα ή δεν έβαλα ποτέ…»
Άρχισε να ξαναζωντανεύει στη θύμησή του τα έγγραφα που είχε συντάξει στα σαράντα χρόνια της υπαλληλικής του ζωής. Βασάνισε τη σκέψη του, έστυψε το μυαλό του, τίποτα! Ο Περεκλάντιν κατσούφιασε! Σε όλο αυτό το ταξίδι στα περασμένα δε βρήκε ούτε ένα θαυμαστικό.
«Μα είναι καταπληκτικό! Γράφω σαράντα ολόκληρα χρόνια και δεν έχω βάλει ούτε μια φορά θαυμαστικό!... Χμ!... Πού διάολο μπαίνει αυτός ο μπελάς;»
[…]
-Μάρθα, ψιθύρισε, και σκούντηξε τη γυναίκα του, που πάντοτε καμάρωνε για τα χρόνια που πέρασε εσωτερική στο λύκειο. Ξέρεις, μάτια μου, πού βάζουμε θαυμαστικό, όταν γράφουμε;
-Και βέβαι ξέρω! Εφτά χρόνια έμεινα εσωτερική. Ξέρω όλη τη γραμματική απ’ έξω κι ανακατωτά. Αυτό το σημείον στίξεως χρησιμοποιείται εις τας προσφωνήσεις, τας αναφωνήσεις και όταν θέλομεν να εκφράσωμεν ενθουσιασμόν, αγανάκτησιν, χαράν, οργήν, και άλλα συναισθήματα.
«Ωραία! Συλλογιζόταν ο Περεκλάντιν. Ενθουσιασμό, αγανάκτηση, χαρά, οργή και άλλα συναισθήματα…»
Ο υπουργικός υπάλληλος βυθίστηκε στις σκέψεις του. Σαράντα χρόνια μουντζούρωνε χαρτιά, είχε γεμίσει χιλιάδες κόλλες, μυριάδες και όμως δε θυμάται ούτε μια μονάχα γραμμή που να εκφράζει ενθουσιασμό, αγανάκτηση ή κάτι τέτοιο.
«Και άλλα συναισθήματα…συλλογιζόταν. Μα τι χρειάζονται τα συναισθήματα στα υπηρεσιακά έγγραφα; Ακόμα κι ένας αναίσθητος μπορεί να τα συντάξει…»
[…]
…Μαρτύρησε όλη τη νύχτα. Μα και το πρωί δεν τον άφησε καθόλου το φάντασμα. […] Βγαίνοντας στο δρόμο φώναξε ένα έλκηθρο και, καθώς πλησίαζε ο αμαξάς, νόμισε πως αντί για έλκηθρο ερχόταν καταπάνω του ένα πελώριο θαυμαστικό.
Πέρασε το κατώφλι του γραφείου και ο κλητήρας του φάνηκε σαν θαυμαστικό. Όλα του μιλούσαν για ενθουσιασμό, αγανάκτηση, οργή. Έπιασε τον κοντυλοφόρο και νόμισε πως κρατούσε ένα θαυμαστικό στα δάχτυλά του… Ο Περεκλάντιν βούτηξε την πένα στο καλαμάρι και υπόγραψε: «Εφήμ Περεκλάντιν, γραμματεύς!!!»
Και απλώνοντας αυτά τα τρία θαυμαστικά στην αράδα, δοκίμαζε ενθουσιασμό, αγανάκτηση, χαρά και την ίδια στιγμή έβραζε από το κακό του.
-Για κοίτα! Για κοίτα! μουρμούρισε καρφώνοντας το βλέμμα του στον κοντυλοφόρο.
Το φωτεινό θαυμαστικό ικανοποιημένο πια εξαφανίστηκε.

Α. Τσέχοφ,  Διηγήματα

Μετάφραση Κυρ. Σιμόπουλος
Θεμέλιο, Αθήνα 2000

*Σ.τ.Μ.: Αφιερωμένο στην ομάδα που κάθε Πέμπτη μεσημέρι συζητά για τη γλώσσα και το συναίσθημα! Ακόμα και τα θαυμαστικά.. είναι μαζί μας!!!
 

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Επιλέξτε σωστά, γίνετε ευτυχείς!

Δεν ξέρω ακριβώς για ποιο λόγο, εννοώ ότι δεν ξέρω τι ακριβώς με οδήγησε στο να ασχοληθώ λίγο με ενδογλωσσική μετάφραση και άρχισα να συγκρίνω μεταφράσεις από τα αρχαία ελληνικά στα νέα ελληνικά. Δεν ήξερα αν θα έβγαζα κάποια άκρη ή κάποιο συμπέρασμα αφού δεν σκαμπάζω και πολλά από αρχαία ελληνικά, πέραν βέβαια της κλίσης του ρήματος «λύω». Άφησα αυτήν την έγνοια στην άκρη όταν σκέφτηκα ότι ούτε νέα ελληνικά γνωρίζω ή τέλος πάντων πώς μπορώ να είμαι σίγουρη ότι τα γνωρίζω καλά; Επομένως συνέχισα ολοταχώς! Όταν αυτή η σύγκριση κειμένων αρχαίων ελλήνων συγγραφέων έτυχε να γίνει από κοινού με κάποια φίλη, φιλόλογο, μου είπε πως η δραστηριότητά μας δεν είχε να κάνει με ενδογλωσσική μετάφραση, καθώς τα αρχαία ελληνικά και τα νέα ελληνικά είναι δυο διαφορετικές γλώσσες, επομένως κατά τη γνώμη της πρόκειται για διαγλωσσική μετάφραση. Έμεινα έκπληκτή, θα το παραδεχτώ! Ταλαντεύτηκα μεταξύ της μια άποψης και της άλλης, άρχισα να το ψάχνω από δω κι από κει και τελικά δεν ήξερα σε ποια πλευρά ανήκω. Δεν ήξερα ποια επιλογή να κάνω και ποια απόφαση να πάρω. Έπρεπε να έχω κάποια γνώμη επί του θέματος και μάλιστα με στιβαρά επιχειρήματα προκειμένου να υποστηρίξω την μια ή την άλλη επιλογή και να απαντήσω καταλλήλως στη φίλη μου μέχρι το επόμενό μας ραντεβού. Το ίδιο θα έκανε και η ίδια. Το αποτέλεσμα ήταν όχι να δώσουμε απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα, αλλά η αρχή μιας συζήτησης για το πώς μπορεί κανείς να παίρνει αποφάσεις.
Στα κείμενα μάλιστα που είδαμε συναντήσαμε τη ρήση του Ισοκράτη ότι «η ευτυχία είναι αποτέλεσμα σωστών επιλογών». Ναι, κύριε Ισοκράτη μας, αλλά πώς θα ξέρουμε ότι οι επιλογές που κάνουμε και οι αποφάσεις που παίρνουμε είναι σωστές κι επομένως θα μας οδηγήσουν στην ευτυχία; Λίγα χρόνια πριν και αρκετά μετά την εν λόγω ρήση του Ισοκράτη, κάποιος άλλος κύριος Ντιτζκστέρουις, καθηγητής στο τμήμα Ψυχολογίας του πανεπιστημίου του Άμστερνταμ απέδειξε μέσα από τα πειράματα και τις έρευνές του ότι για να λάβουμε τις σωστότερες (για τον καθένα) αποφάσεις και να κάνουμε τις καταλληλότερες (για τον καθένα) επιλογές το μόνο που χρειάζεται είναι να μην το σκεφτόμαστε και πολύ αλλά να κρατήσουμε τη συνειδητή μας σκέψη για πιο απλές και καθημερινές αποφάσεις (π.χ. τι σαμπουάν θα αγοράσουμε ή αν είναι καλύτερο να βγούμε για καφέ στις 3 το μεσημέρι απ’ ότι στις 10 το βράδυ). Συμπέρασμα; Όταν πρόκειται να λάβουμε σημαντικές αποφάσεις αρκεί να εξετάσουμε καλά το ζήτημα, στη συνέχεια να αφήσουμε τον εγκέφαλό μας να ασχοληθεί με άλλα ζητήματα και στο τέλος να πάρουμε απόφαση επί του αρχικού ζητήματος χωρίς δεύτερη σκέψη.

*Σ.τ.Μ.: Όπως και να’ χει,  το θέμα των «σωστών» αποφάσεων είναι σχετικό και υποκειμενικό. Χωρίς ουσιαστική απάντηση για το αν η μετάφραση από τα αρχαία ελληνικά στα νέα είναι ενδογλωσσική ή διαγλωσσική, κρατήσαμε όλες τις άλλες συζητήσεις που κάναμε προκειμένου να καταλήξουμε σε μια απόφαση. Και ίσως αυτή να ήταν τελικά η «σωστότερη» απόφαση. Πάντως μας έκανε σίγουρα πιο ευτυχισμένες.

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Ανθολογία της Οικονομίας!


Ο Γιώργος Σουρής γεννήθηκε το 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου και ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές. Τι κι αν δεν τελείωσε ποτέ την Φιλοσοφική; Λόγω των πολλών γνώσεων και των πνευματικών προσόντων του ασχολήθηκε επιτυχώς με τη δημοσιογραφία, σατιρίζοντας τα γεγονότα της εποχής, ενώ πολλοί τον ονόμαζαν «σύγχρονο Αριστοφάνη». Στο ποίημα "Ανθολογία της Οικονομίας" τα λέει όλα...

Ἀνθολογία τῆς Οἰκονομίας

Ποιὸς εἶδε κράτος λιγοστὸ
σ᾿ ὅλη τὴ γῆ μοναδικό,
ἑκατὸ νὰ ἐξοδεύῃ
καὶ πενήντα νὰ μαζεύῃ;
Νὰ τρέφῃ ὅλους τοὺς ἀργούς,
νἄχῃ ἑπτὰ Πρωθυπουργούς,
ταμεῖο δίχως χρήματα
καὶ δόξης τόσα μνήματα;

Νἄχῃ κλητῆρες γιὰ φρουρὰ
καὶ νὰ σὲ κλέβουν φανερά,
κι ἐνῷ αὐτοὶ σὲ κλέβουνε
τὸν κλέφτη νὰ γυρεύουνε;

* * *

Κλέφτες φτωχοὶ καὶ ἄρχοντες μὲ ἅμαξες καὶ ἄτια,
κλέφτες χωρὶς μία πῆχυ γῆ καὶ κλέφτες μὲ παλάτια,
ὁ ἕνας κλέβει ὄρνιθες καὶ σκάφες γιὰ ψωμὶ
ὁ ἄλλος τὸ ἔθνος σύσσωμο γιὰ πλούτη καὶ τιμή.

* * *

Ὅλα σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ μασκαρευτῆκαν
ὀνείρατα, ἐλπίδες καὶ σκοποί,
οἱ μοῦρες μας μουτσοῦνες ἐγινῆκαν
δὲν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

* * *

Ὁ Ἕλληνας δυὸ δίκαια ἀσκεῖ πανελευθέρως,
συνέρχεσθαί τε καὶ οὐρεῖν εἰς ὅποιο θέλει μέρος.

* * *

Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.

* * *

Γι᾿ αὐτὸ τὸ κράτος, ποὺ τιμᾶ τὰ ξέστρωτα γαϊδούρια,
σικτὶρ στὰ χρόνια τὰ παλιά, σικτὶρ καὶ στὰ καινούργια!

* * *

Καὶ τῶν σοφῶν οἱ λόγοι θαρρῶ πὼς εἶναι ψώρα,
πιστὸς εἰς ὅ,τι λέγει κανένας δὲν ἐφάνη...
αὐτὸς ὁ πλάνος κόσμος καὶ πάντοτε καὶ τώρα,
δὲν κάνει ὅ,τι λέγει, δὲν λέγει ὅ,τι κάνει.

* * *

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαῖο,
ὕφος τοῦ γόη, ψευτομοιραῖο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης. 
Σπαθὶ ἀντίληψη, μυαλὸ ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι ὅλα τὰ ξέρει.
Κι ἀπὸ προσπάππου κι ἀπὸ παπποῦ
συγχρόνως μποῦφος καὶ ἀλεποῦ.

* * *

Καὶ ψωμοτύρι καὶ γιὰ καφὲ
τὸ «δὲ βαρυέσαι» κι «ὢχ ἀδερφέ».
Ὡσὰν πολίτης, σκυφτὸς ραγιᾶς
σὰν πιάσει πόστο: δερβεναγᾶς.
Θέλει ἀκόμα -κι αὐτὸ εἶναι ὡραῖο-
νὰ παριστάνει τὸν εὐρωπαῖο.
Στὰ δυὸ φορώντας τὰ πόδια πού ῾χει
στό ῾να λουστρίνι, στ᾿ ἄλλο τσαρούχι.

* * *

Δυστυχία σου Ἑλλάς, μὲ τὰ τέκνα ποὺ γεννᾶς.
Ὦ Ελλάς, ἡρώων χώρα, τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

* * *



*Σ.τ.Μ: συλλεγέντα καὶ ἀναρτηθέντα ἐπὶ τῇ πανηγυρικῇ ἐλεύσει τοῦ ΔΝΤ

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Πεφταστέρια και Ταξίδια...


Πήρα το λάπτοπ στην αγκαλιά, κάθισα στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και σκεφτόμουν για ποιό θέμα να γράψω, που έχω παρατημένες τις συγγραφικές μου απόπειρες εδώ και μέρες... Τα θέματα που είχα στο μυαλό μου να επεξεργαστώ ήταν πολλά χωρίς όμως να μπορώ να δώσω προτεραιότητα σε κάποιο ώστε να αρχίσω να γράφω. Το ένα το βρισκα βαρύ για καλοκαίρι, στο άλλο δεν είχα έμπνευση και έτσι τέντωσα τα πόδια μου στην αντικρινή καρέκλα, άναψα το κερί στο τραπεζάκι κι έσβησα όλα τα άλλα φώτα και άφησα το μυαλό μου ελεύθερο να ταξιδέψει...Και έτσι ξαφνικά με τα μάτια στραμμένα στον αυγουστιάτικο ουρανό πήρα μια γεύση από Περσείδες! Μετά θυμήθηκα ότι τις τελευταίες μέρες είχε βουίξει ο διαδικτυακός και όχι μόνο τόπος για τα διαβόητα πεφταστέρια. Κι ενώ σκεφτόμουν αυτά...δεν πρόλαβα να κάνω ευχή κι έπεσε άλλο ένα. Τυχερή είμαι είπα από μέσα μου που δεν είναι εμπόδιο για μένα η φωταύγεια των πόλεων. «Μπορεί να βρίσκεσαι στο χωριό και να είμαστε 500 χιλιόμετρα μακριά αλλά μπορούμε να δούμε το ίδιο πράγμα» μου είπε μια φίλη από την Αθήνα στο τηλέφωνο, που με διέκοψε απότομα. «Θέλω πολύ να έρθω να σε δω. Αν δεν τα καταφέρουμε να βρεθούμε τώρα καλοκαίρι, θα είναι ακόμα δυσκολότερο το χειμώνα. Τα ταξίδια ευνοούνται τους καλοκαιρινούς μήνες.», μου λέει η φίλη μου και εγώ συμφωνώντας και πειράζοντας μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου ρίχνω το βλέμμα στο περιοδικό που υπήρχε ανοιχτό πάνω στο τραπέζι και μέχρι τότε δεν είχα παρατηρήσει. "Σελίδες που σε ταξιδεύουν" ο τίτλος και ο λόγος για το αφιέρωμα του ΈΨΙΛΟΝ στην ταξιδιωτική λογοτεχνία. «Είναι ωραίο πράγμα τα ταξίδια Χαρά», της είπα και συνέχισα με την πρώτη αράδα του αφιερώματος σαν να ταν δικά μου τα λόγια «Η ζωή είναι όπως ένα βιβλίο. Αν δεν έχεις ταξιδέψει είναι σαν να έχεις διαβάσει μόνο μια σελίδα». «Ισχύει, αλλά μόνη σου το σκέφτηκες αυτό; Τι οίστρος είναι αυτός βραδιάτικά;», συμπλήρωσε εκείνη λίγο κοροϊδευτικά. Παραδέχτηκα ότι αυτό που της είπα μόλις το διάβασα και αφού κλείσαμε το τηλέφωνο χωρίς να κανονίσουμε τελικά κάποιο ταξίδι αλλά με την δική της ατάκα «ταξίδεψε προς το παρόν φανταστικά, δες και καμιά Περσείδα να χαίρεσαι ή διάβασε κανα βιβλίο και βλέπουμε» την καληνύχτισα και διάβασα ολόκληρο το αφιέρωμα στην ταξιδιωτική λογοτεχνία. Είναι πράγματι πολύ δύσκολο να κατατάξεις λογοτεχνικά αυτό το είδος. Από τη μια φαντασία από την άλλη καταγραφή κι ύστερα έρευνα, εντυπώσεις, παρατηρήσεις, αφηγήσεις, ιστορία…έχει απ’ όλα. All inclusive ταξίδι… Από τον Οδυσσέα που γνώρισε τόπους κι ανθρώπους, μέχρι τον Μάρκο Πόλο που κατέχει τον τίτλο του βετεράνου εξερευνητή κι από το "Μόμπυ Ντικ" του Χέρμαν Μέλβιλ μέχρι το "Ρωσικό Ημερολόγιο" του Τζον Στάινμπεκ, υπάρχει σίγουρα κάποιο βιβλίο που ελλείψει χρόνου ή χρήματος μπορεί να μας ταξιδέψει.


*Σ.τ.Μ.: Το συμπέρασμα είναι ένα:  Όσοι δεν διαβάζουν να ταξιδεύουν κι όσοι δεν ταξιδεύουν να διαβάζουν…

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Μεταφράζοντας την παιδική φαντασία...


Η μετάφραση, κατά Jakobson, διακρίνεται σε τρια είδη. Για να το θέσουμε απλά, έχουμε την ενδογλωσσική μετάφραση, όταν μεταφράζουμε από μια μορφή γλώσσας σε άλλη μορφή της ίδιας γλώσσας, τη διαγλωσσική, όταν μεταφράζουμε από μια γλώσσα σε μια άλλη γλώσσα και τη διασημειωτική, όταν για παράδειγμα ένας πίνακας ζωγραφικής μετατρέπεται σε ποίημα ή όταν ένα σχέδιο αποτυπωμένο σε χαρτί γίνεται τραγούδι. Αυτός ό διαχωρισμός είναι που πολύ συχνά με παρασέρνει, περιπλέκει τα πράγματα στο μυαλό μου και δεν μπορώ να αποφασίσω: είναι η μετάφραση γενικά επιστήμη, τεχνική ή μήπως τέχνη; Άλλες φορές τείνω προς μια κατεύθυνση και άλλες, τις περισσότερες, είμαι σίγουρη πως μετάφραση είναι όλα αυτά μαζί! Ο Garett Miller δεν είναι μεταφραστής! Είναι designer και software developer, ζει στην Ουάσιγκτον και προφανώς λατρεύει τις παιδικές ζωγραφιές. Δημιούργησε λοιπόν ένα site...γεμάτο φαντασία και χρώματα με σκοπό οχι να βελτιώσει ή να διεγείρει τη φαντασία των παιδιών (δύσκολο για έναν ενήλικα) αλλά με σκοπό να «μεταφράσει» τη φαντασία τους. Να, λοιπόν, ένα είδος διασημειωτικής μετάφρασης! Ο Garett επιμελείται τις παιδικές ζωγραφιές και τις προσαρμόζει στον κόσμο των μεγάλων ή διαφορετικά τις «μεταφράζει» με τον δικό του τρόπο και ψάχνει να βρει λύση, ψάχνει να βρει νόημα, ψάχνει να βρει άκρη σε έναν κόσμο που μέσα από τα μάτια των παιδιών είναι διαφορετικός!


Δείτε περισσότερα ή όσοι έχετε πιτσιρίκια ανεβάστε τις ζωγραφιές τους εδώ: http://imaginawesome.com/

*Σ.τ.Μ.: Και για να κάνουμε τη σύνδεση με το προηγούμενο post, από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια...



Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Το ημερολόγιο ενός τρελού...

"Ο πιο γνωστικός από τους ανθρώπους που θέλει να γνωρίσει την τρέλα, ας συλλογισθεί τη ροή των σκέψεών του όταν ονειρεύεται", έλεγε ο Βολταίρος και στις μέρες μας κάθε άλλο παρά επίκαιρος μοιάζει τούτος ο συλλογισμός του. Γιατί αν κλείσουμε τα μάτια και ονειρευτούμε, με τρόπο ταξιδιάρικο κι οχι με βάση το ρήμα "θέλω", τότε θα καταλάβουμε πως η τρέλα είναι το ιδανικό μας! Η τρέλα ή μανικότητα κατά τους αρχαίους, αν ήταν κόντρα στη δημιουργική πράξη τότε δεν θα είχε νόημα να τη συναντάμε σε τόσες συγγραφικές απόπειρες. Κι αν σε καιρούς κι εποχές κυριαρχούσε η προκατάληψη εξουσιών και κοινωνιών απέναντι στους "διαταραγμένους", στο καλλιτεχνικό εργαστήρι και στα όνειρά μας οι τρελοί...δημιουργούν ή οι γνωστικοί δημιουργούν τρελούς και γράφουν γι’ αυτούς! "Το Ημερολόγιο ενός τρελού" του Νικολάι Γκόγκολ (1809-1852) είναι μια περίπτωση σάτιρας της ρωσικής κοινωνίας του 19ου αιώνα.  Ένας κατώτερος υπάλληλος ονειρεύεται και προσδοκά, ονειρεύεται και περιμένει. Όμως οι προσδοκίες και τα όνειρά του διαψεύδονται μέρα με τη μέρα από το κατεστημένο των ανθρώπων. Ο Γκόγκολ σαρκάζει τα ήθη και τον τρόπο ζωής των συμπατριωτών του, την εποχή του αλλά και γενικότερα την ανθρώπινη φύση, οδηγώντας τον ήρωα στον έρωτα. Κι εκείνος ερωτεύεται αυτό που δεν έχει, αυτό που δεν φτάνει. Κι όμως ο έρωτας αυτός γίνεται η κινητήριος δύναμη της μετέπειτα πορείας του... 

*Σ.τ.Μ.: Αν τα όνειρα κι ο έρωτας μας οδηγούν στην τρέλα, επιτρέψτε μου να θέλω να ανήκω στους "διαταραγμένους"!

http://en.wikipedia.org/wiki/Nikolai_Gogol
http://ithaque.gr/skhizein/