*Σ.τ.Μ: Σημείωμα της Μεταφράστριας

Η επιλογή του ονόματος του blog είναι ένας τρόπος απόδοσης φόρου τιμής στους αφανείς ήρωες, στους άγνωστους μεταφραστές, που πάντα μένουν στο περιθώριο. Σε αυτούς που το έργο τους συνήθως δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και το όνομά τους δεν αναφέρεται συχνά. Σε όλους αυτούς, που για πολλούς πρέπει να ξέρουν τα πάντα, αλλά για τους περισσότερους δεν κάνουν τίποτα. Είναι μια απάντηση στην ερώτηση: «Με τί ασχολείσαι; Α! Το σπούδασες;» και σε σχόλια τύπου: «Σιγά, μωρέ τη δουλειά! Ανοίγεις λεξικό, βρίσκεις λέξη, κλείνεις λεξικό». Η μετάφραση είναι πολλά παραπάνω από λεξικά και ηλεκτρονικά προγράμματα και η δουλειά του μεταφραστή δεν περιορίζεται στο τέλος μια σελίδας υπό το σύμβολο Σ.τ.Μ! Κι αν για πολλούς, οι μεταφραστές είναι «αόρατοι», εδώ συμμεριζόμαστε την άποψη του M. Serres για τους μεταφραστές, σύμφωνα με την οποία, οι μεταφραστές πρέπει να αποτελέσουν αναπόσπαστο κομμάτι της συντροφιάς των αγγέλων και να μην ξεχνούν ότι ... les pires Anges se voient; les meilleurs disparaissent…(οι χειρότεροι άγγελοι είναι ορατοί, οι καλύτεροι εξαφανίζονται). Με αυτό το blog θα εξαφανιστούμε σίγουρα, παναπεί θα γίνουμε καλύτεροι!

*Σ.τ.Μ.: Κι αν νομίζετε ότι σ’ αυτό το blog θα βρείτε μόνο Μεταφραστικά, γελιέστε! Σε αυτή την πόλη των Αγγέλων…ο Θεός είναι η Γλώσσα, την οποία και θα υμνούμε! ΕυΛόγησον!

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Кирилица

Από τότε που άρχισα να γράφω σε αυτό το blog έχει γίνει για μένα όχι μια καθημερινή συνήθεια αλλά τρόπος έκφρασης. Εδώ και μια βδομάδα, λοιπόν, που δεν έχω γράψει τίποτα αισθάνομαι κάπως…όχι καλά! Η απουσία όλων αυτών των ημερών οφείλεται στο γεγονός ότι με ταλαιπώρησε πολύ το κυριλλικό αλφάβητο! Πέρασα μια δύσκολη βδομάδα διαβάζοντας μόνο βουλγάρικα αλλά και ένα πιο όμορφο Σάββατο στο Ινστιτούτο Μελετών Χερσονήσου Αίμου, όπου έδινα εξετάσεις. Στο κενό μεταξύ γραπτής και προφορικής εξέτασης, έριξα μια ματιά στα βιβλία που υπήρχαν εκεί στα βουλγαρικά και το βλέμμα μου έμμεινε στο εξώφυλλο ενός βιβλίου, που δεν ήταν τίποτα άλλο από το κυριλλικό αλφάβητο! Έτσι σκέφτηκα, αφού ξεμπερδέψω με τις εξετάσεις να γράψω γι’ αυτό! Η μορφή του κυριλλικού αλφαβήτου προέρχεται ουσιαστικά από το γλαγολιτικό αλφάβητο, μια μεγαλογράμματη κυρτή γραφή, η επινόηση της οποίας αποδίδεται στον Κύριλλο και τον Μεθόδιο. Η παραπάνω παραδοχή έχει γίνει ευρέως αποδεκτή αλλά οι αντιπαραθέσεις και οι διαμάχες για την πραγματική προέλευση του κυριλλικού αλφαβήτου πάνε κι έρχονται! Κάποιοι υποστηρίζουν ότι όντως δημιουργήθηκε από τους Κύριλλο και Μεθόδιο, άλλοι λένε ότι επινοήθηκε από τον Άγιο Κλεμέντιο της Οχρίδας, ο οποίος ήταν και μαθητής των δυο πρώτων, ενώ κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι αναπτύχθηκε από τη λογοτεχνική σχολή του Πρέσλαβ στην βορειοανατολική Βουλγαρία. Σημασία έχει ότι η σημερινή μορφή του κυριλλικού αλφαβήτου, άλλοτε με προσθήκες και άλλοτε με παραλείψεις, χρησιμοποιείται από πολλές σλαβικές γλώσσες, όπως τα βουλγάρικα, τα σέρβικά, τα σλαβομακεδόνικα, τα ρώσικα και τα ουκρανικά, γλώσσες που αποτελούν το σλαβικό κομμάτι της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας των γλωσσών. Κι ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η ρυθμιστική αρχή που χειρίζεται θέματα ονομάτων στο διαδίκτυο (Icann), έδωσε την άδεια ώστε να μπορούν να υπάρχουν διευθύνσεις ιστοσελίδων στο κυριλλικό (αλλά και στο αραβικό) αλφάβητο. Οι μη λατινικοί χαρακτήρες θα χρησιμοποιηθούν ακόμα και για το τελευταίο κομμάτι της ονομασίας, το γνωστό com. ή org. http://www.nooz.gr/page.ashx?pid=9&cid=8&aid=1087502


*Σ.τ.Μ.: Πρώτον, να ευχηθώ σε όλο την ομάδα που δίναμε εξετάσεις στα βουλγάρικα, καλά αποτελέσματα και δεύτερον θέλω να εκφράσω μια απορία: παρά τις αντιπαραθέσεις για το ποιος επινόησε, ποιος δημιούργησε και ποιος παραχάραξε για τη δημιουργία του κυριλλικού αλφαβήτου, η ευρέως διαδεδομένη άποψη είναι ότι στο κέντρο των απαντήσεων βρίσκεται ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος. Αν δεχτούμε ότι τα δυο αδέρφια είναι οι πραγματικοί επινοητές, τότε γιατί δεν λέγεται και μεθοδικό αλφάβητο; Λέμε δηλαδή «το κυριλλικό αλφάβητο δημιουργήθηκε από τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο» και όχι το «το κυριλλικό και μεθοδικό αλφάβητο». Ή όλη την δουλειά την έβγαλε πραγματικά ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος μόνο τον παρακολουθούσε και έφτιαχνε καφέδες ή ο Μεθόδιος ήταν καρκίνος στο ζώδιο και άρα το θύμα της υπόθεσης, που έβγαλε όλη τη δουλειά αλλά του έκλεψαν τη δόξα! Μια άλλη σκέψη είναι, ότι ο Κύριλλος ήταν κάποια χρόνια μικρότερος από τον Μεθόδιο και ως γνωστόν τα μικρότερα αδέρφια μας καπελώνουν! Θα τρίζουν τα κόκαλά τους…    

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Ojos de Brujo

Διαβάζοντας κατά καιρούς διάφορα άρθρα, βιβλία ή ακόμα και ανακοινώσεις συνεδρίων σχετικών με τη μετάφραση, παρατήρησα ότι έχουν γίνει άπειροι παραλληλισμοί του μεταφραστή ή της μετάφρασης, ως αποτέλεσμα του μεταφράζειν, γενικά από ανθρώπους που έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα της μετάφρασης ειδικότερα και της γλώσσας γενικότερα. Έτσι, αποφάσισα κάθε φορά που θα συναντάω κάποιον να τον καταγράφω και αυτές τις μέρες που είδα ότι ο κατάλογος μεγάλωσε αποφάσισα να σας τους παρουσιάσω: Ο Joachim du Bellay, Γάλλος ποιητής και κριτικός, ο οποίος έχω να σας πω ότι πολύ τους επέκρινε τους μεταφραστές κι ακόμα περισσότερο τις μεταφράσεις, μας έκανε ζωγράφους, λέγοντας ότι όπως ο ζωγράφος δεν μπορεί να αναπαραστήσει έναν άνθρωπο ψυχή τε και σώματι παρά μόνο την εικόνα του, έτσι συμβαίνει και με τον μεταφραστή που το δημιούργημά του πάντα θα απέχει από την πραγματικότητα, ενώ ο Paul-Luis Courier, επίσης Γάλλος συγγραφέας, για να μείνουμε στη ζωγραφική, παραλληλίζει το πρωτότυπο με ένα αυθεντικό έργο ζωγραφικής και το μετάφρασμα με το αντίγραφό του. Ο Benedetto Croce, ιταλός κριτικός και θεωρητικός της αισθητικής, μιλώντας για τα προβλήματα της μετάφρασης μας είπε…απατεώνες των ερωτευμένων…λέγοντας πως όταν κάποιος μεταφράζει είναι σαν να προσπαθεί να δώσει σε έναν ερωτευμένο μια άλλη γυναίκα αντί γι' αυτήν που αγαπά, μια ατίστοιχη ή παράλληλη γυναίκα, όχι όμως την ίδια. Ο Μοντεσκιέ, Γάλλος συγγραφέας και από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του Διαφωτισμού, παρομοιάζει τις μεταφράσεις με τα χάλκινα νομίσματα, που έχουν την ίδια αξία με τα χρυσά και ίσως είναι και πιο εύχρηστα για το λαό αλλά πάντα ανίσχυρα και ευτελή. Η συγγραφέας Madam de Stael,  περιγράφει τους μεταφραστές ως μουσικούς γιατί η μετάφραση πάντα μοιάζει με μεταγραφή ενός μουσικού κομματιού σε άλλο όργανο από εκείνο για το οποίο έχει γραφτεί. Για τον Michael Cronin ο μεταφραστής είναι νομάδας, αφού περιφέρεται μεταξύ γλωσσών και πολιτισμών, ενώ το μετάφρασμα για τον ίδιο είναι δρομολόγιο μετ’ επιστροφής, αφού ο μεταφραστής φτάνει κάπου αλλά πρέπει να γυρίσει στην αφετηρία του και να εκπληρώσει τον στόχο του ταξιδιού του. Ο Cronin, επίσης, παρομοιάζει το μεταφραστή με το γαιοσκώληκα, γιατί όπως ο γαιοσκώληκας μέσω διαφόρων εκκρίσεων ανανεώνει το έδαφος καθιστώντας το κατάλληλο για σπορά έτσι και ο μεταφραστής ανανεώνει την κουλτούρα στην οποία δραστηριοποιείται μέσω της δημιουργίας νέων μεταφράσεων. Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης, μεταφραστής και ο ίδιος, σε συνέντευξή του έχει δηλώσει ότι ο μεταφραστής πρέπει να νιώθει παράσιτο ή καλύτερα ένας υπάκουος υπηρέτης και ότι ο ίδιος όταν μεταφράζει δεν ξεχνά ποτέ ότι η μετάφρασή του δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε και το πρωτότυπο. Σύμφωνα με έναν μεταφραστή, του οποίου το όνομα δεν συγκράτησα για να είμαι ειλικρινής, αυτό όμως που είπε καρφώθηκε στο μυαλό μου, η μετάφραση είναι διάλογος και μάλιστα διάλογος διπλός: μεταξύ του ίδιου του μεταφραστή και του συγγραφέα αλλά και μεταξύ του ίδιου του μεταφραστή και του αναγνώστη.
Ζωγράφους, απατεώνες, νομάδες, ακόμα και γαιοσκώληκες έχουν πει τους μεταφραστές, με ανάλογες παρομοιώσεις και για τις μεταφράσεις τους. Δεν είναι άσχημο να προσπαθείς να κάνεις εικόνα την σκέψη σου ή να επιδίδεσαι σε διάφορους παραλληλισμούς προκειμένου να γίνει πιο παραστατική η γνώμη σου για τους μεταφραστές και το έργο τους. Μάλιστα όλη αυτή η διαδικασία με έβαλε στον πειρασμό να σκεφτώ κι εγώ έναν παραλληλισμό και…σκέφτηκα. Οι μεταφραστές είναι μάγοι! Και το έργο τους μαγικό! Γιατί όπως και να το κάνουμε η ίδια η γλώσσα είναι μαγεία, πόσο μάλλον το να κόβεις βόλτες σε μονοπάτια διαφορετικών πολιτισμών, σε δρόμους διαφορετικών σκέψεων και κοσμοθεωριών  και σε λεωφόρους άλλων γλωσσών. Άλλωστε οι Μάγοι ήταν μηδική φυλή, τα μέλη της οποίας είχαν βαθιά γνώση της αστρολογίας και επιδίδονταν σε μαντικές τεχνικές. Το κύριο χαρακτηριστικό τους όμως ήταν ο πλούτος των γενικών αλλά και επιστημονικών γνώσεων τους. Όπως και οι μεταφραστές(!) Μέσα από τα μάτια ενός μάγου μπορείς να γνωρίσεις άλλους κόσμους και να βγεις κερδισμένος από αυτό. Και με τα αφτιά ενός μάγου, για να αφήσουμε τους ρομαντισμούς στην άκρη, να ακούσεις αυτό το τραγούδι από το συγκρότημα Ojos de Brujo http://www.ojosdebrujo.com/ που στα ισπανικά σημαίνει «Τα μάτια του Μάγου»: http://www.youtube.com/watch?v=oB-aa3SGefU

*Σ.τ.Μ.: ...εύχομαι, μετά από αυτόν τον παραλληλισμό, οι κυνηγοί μαγισσών να μην βάλουν στο στόχαστρο τους μεταφραστρές και ο Χάρι Πότερ και οι διάδοχοι του Γιούρι Γκέλερ να μην μου θυμώσουν!

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Ο Θεός μας έπλασε τζάμπα!


Ο Μαρτσέλο Ντ’ Όρα ήταν ένας δραστήριος δάσκαλος στο Αρζάνο της Ιταλίας. Τώρα δεν διδάσκει πια! Συνέλλεξε όμως τις εκθέσεις των μικρών του μαθητών και τις δημοσίευσε με τον τίτλο «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω!», όπου διαπιστώνει κανείς αυτό που λέγαμε για την φαντασία των παιδιών! Το πώς αντιλαμβάνονται τον κόσμο τους, τον κόσμο των μεγάλων και την δική τους ερμηνεία για τα πράγματα. Το πρώτο βιβλίο με τη συλλογή εκθέσεων, ακολούθησε ένα δεύτερο παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο δάσκαλος  πάντα ήταν αντίθετος με τη μέθοδο συνέχειας των επιτυχημένων κινηματογραφικών ταινιών και βιβλίων. Ύστερα όμως από παρότρυνση της αδερφής του, η οποία είναι επίσης δασκάλα, αποφάσισε να εκδώσει ένα ακόμα βιβλίο με τον τίτλο «Ο Θεός μας έπλασε τζάμπα-Το κατά τους μαθητές του Αρζάνο Ευαγγέλιο», μια συλλογή εκθέσεων, αυτή τη φορά με θρησκευτικό περιεχόμενο. Ένα πολύ διασκεδαστικό βιβλίο που αφήνει χαμόγελα στα χείλη των αναγνωστών και ίσως μας γυρίζει στην παιδική ηλικία, στα χρόνια του Δημοτικού, όπου όλα ήταν αλλιώς... Αποφάσισα να παραθέσω ένα απόσπασμα, δηλαδή μια από τις εκθέσεις των παιδιών με θέμα: «Η παραβολή που μ’ εντυπωσίασε περισσότερο». Γράφει, λοιπόν, ο μαθητής ή μαθήτρια:
«Για μένα η πιο σημαντική παραβολή είναι του Πλούσιου Πουλόνε*, που χλαπάκιαζε σα γουρούνι και δεν έδινε ούτε ένα ψιχουλάκι στους άλλους, γιατί σημαίνει όλο το κακό που γίνεται στη γη.
Ας πάρουμε για παράδειγμα τις Ηνωμένες Πολιτείες ή Γιούζα και την Ιαπωνία, από την άλλη μεριά βάζουμε τον Τρίτο Κόσμο, την Ινδία και τους αφρικάνους του σταθμού. Αυτοί οι λαοί είναι πιο απελπισμένοι κάθε μέρα που περνάει, δεν τρώνε, δεν πίνουνε, δεν έχουνε ένα νοσοκομείο εξοπλισμένο για τη λέπρα: κοιτάζουνε τα λιοντάρια και τίποτα άλλο. Στο μεταξύ στην Αμερική χορεύουνε και γιορτάζουνε, και η Ιαπωνία τα κατασκευάζει όλα αυτή, τόσο πλούσια που είναι. Στο Αρζάνο κάθε σπίτι-σιγά που δεν έχει ένα γιαπωνέζικο πράγμα, μέχρι και ρολόι με μπαταρία!
Αλλά τι κάνουνε γι’ αυτούς τους δυστυχισμένους λαούς οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ιαπωνία; Εγώ αν ήμουν η Αφρική ή η Ινδία, με όλα τα λεφτά των φτωχών μαζί θα έφτιαχνα ένα τεράστιο πύραυλο και θα το έριχνα στο κεφάλι της Βόρειας Αμερικής και της Ιαπωνίας, για να τους δείξω το κακό που μας κάνανε!
Αν το Αρζάνο εκδικηθεί για τη μιζέρια του, θα μαυρίσει το μάτι του Αντρεότι.**

*Πρόκειται για την παραβολή του πλούσιου και του φτωχού. Επουλόνε είναι αυτός που συμμετέχει ή παραθέτει πλούσια γεύματα.
**Ο Αντρεότι έχει διατελέσει επανειλημμένως πρωθυπουργός και υπουργός εξωτερικών.


*Σ.τ.Μ.: Οι πλούσιοι, η Ιαπωνία και οι U.S.A. ή  Γιούζα ενοχλούν το μικρό ή μικρή. Και δε λέει ό, τι να’ ναι! Διευκρινίζει το παιδί: Βόρεια Αμερική. Αλλά έτσι, είναι από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια!

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Γλώσσα Ανέστη!

Μια και μιλήσαμε ήδη για γλώσσες που πεθαίνουν ή καλύτερα για ανησυχίες περί νέκρωσης γλωσσών, γιατί θα επανέλθουμε στο θέμα κάποια στιγμή, ας δούμε και την περίπτωση ανάστασης! Ακριβώς όπως τα φυτικά και τα ζωικά είδη μπορούν να αναδημιουργηθούν με τη διατήρηση του DΝΑ τους, οι φθόγγοι, η γραμματική και το λεξιλόγιο μιας γλώσσας μπορούν να μαγνητοφωνηθούν σε CD (πάνε οι κασέτες και οι δίσκοι) για τις μεταγενέστερες γενιές και έτσι να υπάρχει υλικό σε περίπτωση εξαφάνισης μιας γλώσσας. Αν και σαφώς υπάρχουν πολλές δυσκολίες και πρέπει να ληφθούν πολλά υπόψη, οι πολυαγαπημένοι και εξαιρετικοί επιστήμονες, στους Γλωσσολόγους αναφέρομαι για όσους δεν το κατάλαβαν, μπορούν να μας διαβεβαιώσουν πως η γλώσσα μπορεί να είναι η ίδια μετά την αναβίωση της! Η πιο επιτυχημένη περίπτωση αναβίωσης μιας γλώσσας είναι αυτή της Εβραϊκής. Η γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης, η Εβραϊκή γλώσσα, δεν ομιλούνταν για αιώνες σε καθημερινή βάση, αλλά παρέμενε ζωντανή χάρη στους λόγιους και τη χρήση της από τη θρησκεία. Από το 19ο αιώνα η Εβραϊκή ξανάρχισε να ομιλείται στην Παλαιστίνη, χάρη σε ένα κίνημα με αρχηγό τον Eliezer Ben-Yehuda (1858-1922), του οποίου ο γιος ήταν ο πρώτος που είχε τη σύγχρονη εβραϊκή γλώσσα ως μητρική γλώσσα. Με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948, η Εβραϊκή διδασκόταν στα ισραηλινά σχολεία, υιοθετήθηκε και από τους μετανάστες, συχνά σε βάρος κάποιων άλλων γλωσσών του εβραϊκού πολιτισμού, όπως η γερμανική γλώσσα Γίντις ή η ρομανική Λατίνο.
Η Εβραϊκή αποδεικνύει πως η αναβίωση μιας νεκρής ή υπό εξαφάνιση γλώσσας είναι δυνατή. Σχετικές προσπάθειες στοχεύουν στην αναβίωση της Οξιτανικής, καθώς και της Γασκωνικής γλώσσας στη Γαλλία, της Μανξ και της Κορνουαλικής στη Βρετανία. Η δυνατότητα αναβίωσης είναι ένα από τα κίνητρα για τη σπουδή μιας γλώσσας που κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Ένα άλλο κίνητρο είναι το φως που μπορεί ίσως να ρίξει αυτή η σπουδή στην ανθρώπινη γλωσσική ικανότητα. Για παράδειγμα, οι γλώσσες που ακολουθούν τη σειρά των όρων αντικείμενο - υποκείμενο - ρήμα συναντώνται συχνά στην περιοχή του Αμαζονίου, η οποία όμως απειλείται από οικολογική καταστροφή.


*Σ.τ.Μ.:  Μακάρι το Ισραήλ να χρησιμοποιούσε μόνο τη γλώσσα εις βάρος άλλων γλωσσών. Δυστυχώς τα πρόσφατα γεγονότα μας διαψεύδουν!

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

Erwfilh

Από τον τίτλο θα μπορούσε κανείς να βγάλει το συμπέρασμα ότι το msn και το facebook μ' έχουν επηρεάσει πολύ και οτι πλέον έχω αρχίσει να εγκαταλείπω το ελληνικό αλφάβητο, ότι τα επονομαζόμενα greeklish μπήκαν για τα καλά στη ζωή μου και ότι ήρθε η μέρα που δεν θα ανησυχώ για ορθογραφικά λάθη! Όλοι έχουμε παρατηρήσει πως τα αγγλοελληνικά, καλύτερα λατινοελληνικά αφού πρόκειται για το λατινικό αλφάβητο, έχουν εισβάλει στη ζωή μας μιας και τα χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο κυρίως οι νέοι στο διαδίκτυο και οι έφηβοι ανταλλάζοντας τα σε greeklish πονηρά SMS των πρώτων τους ερωτικών σκιρτημάτων. Η αλήθεια δεν είναι ότι αργήσαμε να τα ανακαλύψουμε αλλά μάλλον ότι δεν ξέραμε πως υπήρχαν κι άλλοι νέοι, πολύ πριν από εμάς, που τα χρησιμοποιούσαν.
 Μira cachi chie adidhichi, tiragnismeni mira/ pia pathi apo ton Εrota, pies pichries dhen epira?... Sti dohudepsi chie ci caimus micri perrisa ebica/ c’ agapis ola ta caca chie pedhomes m’ eurica… Για παράδειγμα, αυτό ήταν ένα απόσπασμα από την τραγωδία του Γεώργιου Χορτάτση «Ερωφίλη». Ο επίκουρος καθηγητής του τοµέα Γλωσσολογίας του ΑΠΘ και πρόεδρος του Ιδρύµατος Μανόλη Τριανταφυλλίδη - Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του ΑΠΘ, Γιώργος Παπαναστασίου, λέει ότι και η  «Ερωφίλη», απο τα σπουδαιότερα έργα της κρητικής λογοτεχνίας, γράφτηκε σε greeklish. Χρήση του λατινικού αλφαβήτου έχουµε επίσης και στη Χίο τον 18ο αιώνα με τα λεγόµενα φραγκοχιώτικα τόσο σε κείµενα θρησκευτικού περιεχομένου όσο και σε επιστολές κ.ά Επίσης, μια ακόμα περίπτωση αποτελούν οι Λεβαντίνοι της Σµύρνης, που μιλούσαν ελληνικά αλλά επειδή δυσκολεύονταν να μάθουν την ορθογραφία τους έγραφαν µε λατινικά γράμματα, ενώ έγινε απόπειρα να εκδοθεί την ίδια περίοδο στην Σµύρνη κι ελληνική εφημερίδα µε λατινικό αλφάβητο. Τα λατινοελληνικά όμως έκαναν έντονη την εµφάνισή τους στα τέλη της δεκαετίας του 1960 µε τις πρώτες απόπειρες να γραφεί η νέα ελληνική στο Δίκτυο πιθανόν μεταξύ ελληνόφωνων φοιτητών και ερευνητών σε πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών στο Αrpanet, στο δίκτυο ηλεκτρονικών υπολογιστών που προηγήθηκε του Ιnternet. Ο καθηγητής τόνισε μεταξύ άλλων ότι δεν χρειάζεται να ανησυχούμε και να φοβόμαστε για πιθανή εξαφάνιση του ελληνικού αλφαβήτου και κατ’ επέκταση της ελληνικής γλώσσας…

*Σ.τ.Μ.:… εγώ όμως νομίζω ότι πρέπει να ανησυχούμε! Του διαβόλου πράγματα είναι αυτά! Ύπουλα! Κάπως έτσι ξεκινάνε όλα! Μας κορόιδεψαν και η δραχμή έγινε ευρώ και τώρα βλέπουμε σιγά-σιγά (ή μάλλον γρήγορα) να εξαφανίζεται κι αυτό. Το ελληνικό αλφάβητο μετατρέπεται σε greeklish, μας λένε να μην ανησυχούμε αλλά στο τέλος θα χαθεί κι αυτό! Και χωρίς λεφτά και χωρίς λαλιά! Κατά διαόλου! Άρα του διαβόλου πράγματα! Αλλά ας είμαστε αισιόδοξοι και ας σκεφτούμε ότι συγκεκριμένα η ελληνική γλώσσα δεν πρόκειται ποτέ να περάσει στη σφαίρα των νεκρών γλωσσών! Για να χαθεί, ή πρέπει όλοι να μιλάμε και να γράφουμε από δω και πέρα σε άλλη γλώσσα και ποτέ ξανά, ούτε κατ’ εξαίρεση ελληνικά ή πρέπει όλοι οι απανταχού ελληνόφωνοι να πεθάνουμε ταυτόχρονα! Αλλά ως γνωστόν κακό σκυλί ψόφο δεν έχει! Opote mhn fovaste tipota! Ta ellhnika den tha pethanoun pote!

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Mariapedia (2)


Κι ενώ στο προηγούμενο post μάθαμε πολλά για την Ιστορία της Μετάφρασης και το ζήτημα της Ισοδυναμίας στα ξένα, σκέφτηκα ότι θα ήταν εξίσου σημαντικό να αναφερθώ στους ελληνόφωνους ερευνητές, μεταφρασεολόγους και μεταφραστές. Οι κυριότερες προσεγγίσεις στο χώρο της ελληνόφωνης μεταφρασεολογίας σε σχέση με την πολυσυζητημένη έννοια τής ισοδυναμίας έχουν παρουσιαστεί σε έργα ελληνόφωνων μεταφραστών από τα τέλη του 20ου αιώνα ως τις μέρες μας. Μία από αυτές ανήκει στον Παναγιώτη Κριμπά, ο οποίος προτείνει τον όρο «παραλληλία» αντί αυτού της στατικής ισοδυναμίας. Δικαιολογεί την άποψή του αυτή αναφέροντας ως παράδειγμα τη λέξη «σκύλος» στα ελληνικά και “dog” στα αγγλικά. Σύμφωνα με τον ίδιο οι δύο αυτές λέξεις δεν είναι ισοδύναμα αλλά «παράλληλα».
Όσον αφορά την ύπαρξη θεωριών στην ελληνόφωνη μεταφρασεολογία, που σχετίζονται άμεσα με την ισοδυναμία και με το πώς πρέπει να μεταφράζει ο μεταφραστής προκειμένου να την επιτύχει, ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του Παναγιώτη Κελάνδρια, σύμφωνα με τον οποίο, απαιτείται η υιοθέτηση κατάλληλων μεταφραστικών στρατηγικών παρά η υιοθέτηση συγκεκριμένων θεωρητικών μοντέλων για την επίτευξη ισοδυναμίας, αφού ούτως ή άλλως κανείς μεταφραστής δεν ξεκινά τη μεταφραστική διαδικασία, έχοντας αρχικά και εφαρμόζοντας εν τέλει μια (μόνο) μεταφραστική θεωρία. Άλλωστε τα θεωρητικά μοντέλα, βοηθούν το μεταφραστή να αντιμετωπίσει τις κατά περίπτωση δυσκολίες που συναντά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ίδιος θα ακολουθήσει μια συγκεκριμένη θεωρία. Όπως υποστήριζε και ο φιλόσοφος και επιστημολόγος L. Nanni, η θεωρία της μετάφρασης και η πράξη της μετάφρασης αντίστοιχα δεν μπορούν να είναι αποκομμένες αλλά πάντα θα βρίσκονται συνδεδεμένες, προσπαθώντας να δώσουν λύση στο πρόβλημα της επίτευξης ισοδυναμίας, καθώς δεν υφίσταται «θεωρητική εκδήλωση χωρίς πρακτική διάσταση, όπως επίσης δεν υπάρχει πρακτική δραστηριότητα δίχως θεωρία».
Θα αναφέρω επίσης και οπωσδήποτε την άποψη της Φρειδερίκης Μπατσαλιά, σύμφωνα με την οποία, όταν ερευνούμε την ύπαρξη ισοδυναμίας πρέπει να διευκρινίζουμε σε ποιο επίπεδο του κειμένου την αναζητούμε. Λόγω του ότι κάθε κείμενο εκφέρεται σε πολλαπλά επίπεδα: σημασιολογικό, λεξιλογικό, μορφο-συντακτικό, πραγματολογικό και υφολογικό, η ισοδυναμία είναι δύσκολο συνήθως να επιτευχθεί σε όλα τα επίπεδα ταυτόχρονα, γεγονός που εξηγείται εύκολα αν λάβουμε υπόψη μας τη διαφοροποίηση του γλωσσικού συστήματος της γλώσσας-στόχος ή τη διαφορετική οργάνωση του πραγματολογικού χώρου της γλώσσας-πηγή. Έτσι, είναι αναπόφευκτο να μην υπάρχουν ‘μετατοπίσεις’ από τις οποίες θεωρούνται επιβεβλημένες οι ‘μετατοπίσεις’ εκείνες, που δεν θα εμποδίσουν την έκφραση του πρωτοτύπου και την επίτευξη της επικοινωνιακής του λειτουργίας.
Η προσωπική μου άποψη για την ύπαρξη ισοδυναμίας μεταξύ πρωτοτύπου και μεταφράσματος, ύστερα από την έρευνα όλων των παραπάνω θεωριών που έχουν κατά καιρούς ειπωθεί, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε ξεκάθαρη, ούτε απόλυτη. Άλλοτε, δηλαδή, υποστηρίζουμε πως επιτυγχάνεται η ισοδυναμία και άλλοτε όχι. Αυτό συμβαίνει διότι η μεταφραστική διαδικασία είναι πολύπλοκη διαδικασία, κατά τη διάρκεια της οποίας λαμβάνονται υπόψη πολλοί παράγοντες και το μεταφραστικό αποτέλεσμα μπορεί να αποτιμηθεί από διαφορετική κάθε φορά σκοπιά.
Πρώτον, πρέπει να εξετάσουμε το αν το προς μετάφραση κείμενο είναι οικονομικό, τεχνικό, νομικό, λογοτεχνικό κ.τ.λ. να εξετάσουμε, δηλαδή, το είδος του προς μετάφραση κειμένου και να αποφανθούμε για το αν πρόκειται για ειδικό κείμενο, για γενικό κείμενο ή για κείμενο που ανήκει στη σφαίρα της λογοτεχνίας και της ποίησης.
 Η μεγαλύτερη δυσκολία έγκειται στην περίπτωση λογοτεχνικών έργων ή ποιημάτων, γεγονός που εύκολα γίνεται αντιληπτό, αν σκεφτούμε ότι σε τέτοιου είδους κείμενα το vouloir dire του συγγραφέα ή του ποιητή αναζητείται ακόμα και από τους αναγνώστες του πρωτοτύπου. Ο παράγοντας της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, που εντοπίζεται ως επί το πλείστον σε λογοτεχνικά κείμενα, δυσκολεύει τη μεταφραστική διαδικασία. Οι περιορισμοί και οι δυσκολίες ίσως μειώνονται, όταν έχουμε να κάνουμε με «κοντινές» από πολιτισμική άποψη γλώσσες, αυτό όμως δε σημαίνει ότι εξαλείφονται εντελώς, όταν έχουμε να κάνουμε με «μακρινές» από πολιτισμική άποψη γλώσσες. Για παράδειγμα, η ισοδυναμία φαντάζει ως ανυπέρβλητο εμπόδιο όταν η γλώσσα-πηγή είναι λόγου χάρη τα ελληνικά και γλώσσα-στόχος τα κινέζικα και ως επιτεύξιμο στόχος, όταν η γλώσσα-πηγή είναι τα ελληνικά και γλώσσα-στόχος τα ιταλικά. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε και την άποψη των J. P. Vinay και J. Darbelnet σύμφωνα με του οποίους η κατά λέξη μετάφραση είναι η πιο εύκολη αλλά συνάμα και η πιο επικίνδυνη πρακτική, ιδίως σε γλώσσες και πολιτισμούς με πολλά κοινά σημεία. Ακόμα, τα ιδιαίτερα «εργαλεία» που έχει στη διάθεσή του ο κάθε συγγραφέας λογοτεχνικών έργων ή ο κάθε ποιητής, όπως οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις, οι αλληγορικές εκφράσεις, τα διάφορα σχήματα λόγου κ.α. καθώς και ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής του κάθε συγγραφέα, που θα καθορίσει και το ύφος του κειμένου, αποτελούν επιπρόσθετα προβλήματα, τα οποία καλούνται να επιλύσουν οι εκάστοτε μεταφραστές λογοτεχνικών έργων.
Από την άλλη πλευρά, στη μετάφραση ενός ειδικού κειμένου, θεωρούμε ότι, η ισοδυναμία είναι ευκολότερο να επιτευχθεί λόγω της παγίωσης ορολογίας σε κάθε τομέα και η μετάφραση να διευκολυνθεί μέσα από ειδικά γλωσσάρια ή λεξικά. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη, ότι τα ειδικά κείμενα είναι αποκομμένα από κάθε είδους πολιτισμική ιδιαιτερότητα, καθώς γίνεται εύκολα αντιληπτό πως διαφέρει το νομικό, οικονομικό ή κοινωνιολογικό σύστημα από τη μια χώρα στην άλλη. Όπως αναφέρεται από την Αναστασία Παριανού στο άρθρο της «Διαπολιτισμική ειδική επικοινωνία» (2004): «Υπάρχουν και στα ειδικά κείμενα οι διακυμάνσεις ‘πολιτισμού’, όπως τις έχουμε συνηθίσει στα λογοτεχνικά κείμενα, που ίσως εκπλήσσουν τον μη ειδικό σε θέματα διαγλωσσικής ορολογίας». Στην συγκεκριμένη περίπτωση η μεγαλύτερη αδυναμία εντοπίζεται στις περιπτώσεις που η γλώσσα-στόχος είναι έλασσον γλώσσα, δηλαδή μειονοτική ή περιφερειακή γλώσσα, όπως η ελληνική, ακριβώς επειδή η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας και επομένως της ορολογίας σε τομείς όπως η ιατρική, η γενετική, η πληροφορική κ.τ.λ. παρατηρείται κατά βάση σε μεγαλύτερης κλίμακας γλώσσες, όπως η αγγλική. Τι συμβαίνει σε περίπτωση που δεν έχει παγιωθεί κάποιος όρος, ύστερα από ένα νέο επίτευγμα της τεχνολογίας; Πρέπει η γλώσσα να προλάβει τις εξελίξεις ή οι εξελίξεις να προσαρμόζονται στην εκάστοτε γλώσσα; Η απάντηση όμως τέτοιων ερωτημάτων χρήζουν μεγαλύτερης ανάλυσης και επεξεργασίας, καθώς αναμφισβήτητα αποτελούν πρόβλημα κατά τη μεταφραστική διαδικασία.
Εκτός από την διευκρίνιση για το αν πρόκειται περί ειδικού ή λογοτεχνικού κειμένου, η έρευνα της ισοδυναμίας, απαιτεί κατά την γνώμη μου και τη διευκρίνιση για το επίπεδο του κειμένου (σημασιολογικό, μορφο-συντακτικό, πραγματολογικό, λεξιλογικό και υφολογικό) στο οποίο αναζητείται η ισοδυναμία. Θα συμφωνήσω με την άποψη της Φ. Μπατσαλιά και θα υπογραμμίσω, πως είναι δύσκολο ως και ακατόρθωτο εγχείρημα η επίτευξη ισοδυναμίας σε όλα τα επίπεδα του κειμένου ταυτόχρονα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μένουμε προσκολλημένοι στην αναζήτηση της ισοδυναμίας από την σκοπιά της Γλωσσολογίας, συμφωνώντας αυτή τη φορά με την άποψη του Β. Κουτσιβίτη ότι είναι η πιο «επικίνδυνη προσπάθεια στη μεταφρασεολογία το να προσπαθεί κανείς να περιορίσει τη μετάφραση στο επίπεδο της γλώσσας». Η συνεισφορά της Γλωσσολογίας στην ανάλυση του μεταφραστικού εγχειρήματος και στην αναζήτηση της ισοδυναμίας είναι αναμφισβήτητη, όμως δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι στους κόλπους της υποβόσκει μια ολοκληρωμένη απάντηση, καθώς δεν περιλαμβάνει άλλες βασικές πτυχές, όπως οι διάφοροι ψυχολογικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί, πολιτισμικοί και εξωγλωσσικοί παράγοντες.
Μια τρίτη διευκρίνιση, που πρέπει κατά τη γνώμη μου να γίνει, προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα, αν τελικά είναι επιτεύξιμη η ισοδυναμία ή όχι, έχει να κάνει με την οπτική γωνία από την οποία εξετάζεται η μετάφραση: αναζητείται η ισοδυναμία από την πλευρά του συγγραφέα, του μεταφραστή ή του αναγνώστη-αποδέκτη; Ο συγγραφέας, ως δημιουργός του αρχικού κειμένου, έχει μια συγκεκριμένη εικόνα κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου του, η οποία μπορεί και να αλλάξει με το πέρασμα του χρόνου. Ο μεταφραστής, ως παραγωγός κειμένου, αντιλαμβάνεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο το αρχικό κείμενο του συγγραφέα και πρέπει να έχει πάντα στην άκρη του μυαλού του τον σκοπό του εγχειρήματός του. Στο γεγονός αυτό οφείλονται εν μέρει, κατά τη γνώμη μου, οι διαφορετικές μεταφράσεις των ίδιων έργων όπως και οι περιπτώσεις αναμεταφράσεων, προκειμένου τα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας να προσαρμοστούν στην εκάστοτε εποχή και στο διαφορετικό αναγνωστικό κοινό. Τέλος, ο αναγνώστης λαμβάνει την εικόνα του συγγραφέως ή την αντίληψη του μεταφραστή για το πρωτότυπο έργο, πράγμα που εξαρτάται από τον μεταφραστή και από το πώς αυτός θα επιλέξει να προσεγγίσει αρχικά το πρωτότυπο κείμενο και να το μεταφέρει τελικά στον αναγνώστη-αποδέκτη.
Επομένως, αν ξαναθέσουμε το ερώτημα «Είναι επιτεύξιμη η ισοδυναμία κατά τη μεταφραστική διαδικασία;», μετά την παραπάνω ανάλυση, θα λέγαμε συνοψίζοντας, πως εξαρτάται από το είδος του κειμένου, το επίπεδο του κειμένου, από το αν προσεγγίζουμε το κείμενο από την πλευρά του συγγραφέα, του μεταφραστή ή του αναγνώστη του μεταφράσματος και τέλος από τον σκοπό του μεταφράσματος.
Αυτό, όμως, που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το κείμενο-στόχος να «ρέει» φυσικά στη γλώσσα-στόχος, χωρίς να «ξενίζει» τον αναγνώστη-δέκτη, αφήνοντας κενά στην κατανόηση του νοήματος, είτε έχουμε να κάνουμε με ειδικό είτε με λογοτεχνικό κείμενο. Αυτό συνεπάγεται όχι απλώς την σε βάθος γνώση της γλώσσας-στόχος και του πολιτισμού-στόχος από την πλευρά του μεταφραστή, καθώς και της ερευνητικής του ικανότητας, αλλά και την προσωπική του κρίση για εκείνες τις επιλογές, οι οποίες δεν θα αλλοιώνουν τη γλώσσα του μεταφράσματος με απώτερο και κατ’ ανάγκη στόχο την επίτευξη της ισοδυναμίας. Με άλλα λόγια, η ισοδυναμία δεν πρέπει να αποτελεί αυτοσκοπό κατά τη μεταφραστική διαδικασία.  Προέχει ο σεβασμός προς τη γλώσσα-στόχος.
Τέλος, καθώς όπως ήδη αναφέρθηκε ο κλάδος της μεταφρασεολογίας είναι από τους νεότερους τομείς του επιστητού, όπως τόνιζε ήδη από το 1797 ο Γερμανός Νοβάλις στον Αύγουστο Σλέγκελ, μεταφραστή του Σαίξπηρ, «…σε κανέναν άλλον τομέα δεν υπάρχει τόση άγνοια όση στον τομέα της μετάφρασης. Θα μπορούσε όμως να αποτελέσει πραγματική επιστήμη και τέχνη», είναι σίγουρο πως οι συζητήσεις, οι θεωρίες, οι στρατηγικές και οι διάφορες προσεγγίσεις του φλέγοντος θέματος της ισοδυναμίας, αναμφισβήτητα θα εξακολουθήσουν να αυξάνονται τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων της Ελλάδας.

*Σ.τ.Μ.: Τώρα που το ξανασκέφτομαι, η συζήτηση για την Ισοδυναμία δεν έχει τέλος! Εγω απλώς παρέθεσα κάποιες από τις θεωρίες-απόψεις που έτυχε να πέσουν στα χέρια μου! Αν όμως ντε και καλά πρέπει να δώσουμε μια απάντηση στο ερώτημα αν υπάρχει ισοδυναμία ή όχι και αν τελικά μπορούν να αποδοθούν οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες από μια γλώσσα-πηγή σε μια άλλη γλώσσα-στόχος, τότε η απάντηση αυτή δεν μπορεί να είναι διαφορετική παρά μόνο πολυδιάστατη, όπως και το ίδιο το θέμα της ερώτησης. Υπάρχει ισοδυναμία, γιατί η κάθε γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός, που εξελίσσεται, αλληλεπιδρά και προσαρμόζεται, όπως άλλωστε και οι ίδιοι οι λαοί που τις ομιλούν και από την άλλη δεν υπάρχει γιατί αυτή η εξέλιξη, η αλληλεξάρτηση και η προσαρμογή διαφέρει από γλώσσα σε γλώσσα και επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων. Το σημαντικότερο είναι να μην ξεχνάμε πως κάθε γλώσσα είναι «μαγεία», όπως και ο κάθε πολιτισμός που υπάρχει (ή υπήρξε) στον πλανήτη μας. Αν ήταν να χάναμε έστω και κάτι από αυτή τη γλωσσική ή πολιτισμική «μαγεία», προκειμένου να είναι επιτεύξιμη η ισοδυναμία, τότε τι να πω; Καλύτερα να μην επιτευχθεί ποτέ!

Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

Mariapedia (1)


Στην προηγούμενη ανάρτηση αναρωτιόμασταν: Ντουλαπάς ή Υπουργός; Καταλήξαμε ότι με τα σημερινά δεδομένα και με βάση την σημερινή κατάσταση της Ελλάδας, οι δυο αυτές λέξεις είναι ισοδύναμες! Τι είναι λοιπόν η ισοδυναμία στη μετάφραση; Η έννοια της ισοδυναμίας αποτελεί κεντρική έννοια και λέξη-κλειδί στις μεταφραστικές θεωρίες. Απασχόλησε και απασχολεί την πλειονότητα των θεωρητικών και δεν υπάρχει περίπτωση να μην την συναντήσει κάποιος, που ασχολείται με τις μεταφραστικές σπουδές. Αναζητώντας τους ορισμούς που κατά καιρούς έχουν δοθεί στην έννοια «μετάφραση», θα συναντήσουμε και τον εξής: «μετάφραση είναι η μετατροπή ενός κειμένου μιας γλώσσας (αφετηρίας) σε ισοδύναμο κείμενο μιας άλλης γλώσσας (στόχου)». Ήδη από τον ορισμό της μετάφρασης, λοιπόν, εμφανίζεται και η έννοια της «ισοδυναμίας».
  Ο ρώσος δομιστής R. Jakobson (1896-1982) ήταν αυτός που στο έργο του On Linguistic Aspects of Translation (1957) ανέφερε πρώτος τον όρο «ισοδυναμία» και τόνισε την ύπαρξη τριών ειδών μεταφράσεων: της ενδογλωσσικής μετάφρασης (αναδιατύπωση), της ερμηνείας δηλαδή σημείων μέσω άλλων σημείων της ίδιας γλώσσας, της διασημειωτικής (μετάλλαξη), της ερμηνείας δηλαδή σημείων μέσω συμβόλων και της διαγλωσσικής (καθαυτή μετάφραση), της ερμηνείας δηλαδή σημείων μέσω μιας άλλης γλώσσας. Η ύπαρξη ή όχι της ισοδυναμίας δεν αφορά μόνο το τρίτο είδος μετάφρασης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αλλά μπορεί να αναζητηθεί η ύπαρξή της και στα άλλα είδη. Επίσης, θα πρέπει να ερευνηθεί και να αναλυθεί το γεγονός, αν τελικά είναι επιτεύξιμη ή όχι η ισοδυναμία, λαμβάνοντας υπόψη και το είδος της μετάφρασης∙ αν δηλαδή έχουμε να κάνουμε με οικονομικό, νομικό, τεχνικό, λογοτεχνικό κ.τ.λ. κείμενο. Η ισοδυναμία, λοιπόν, δεν έχει να κάνει μόνο με το είδος της μετάφρασης (ενδογλωσσική, διαγλωσσική, διασημειωτική) αλλά και με το είδος του προς μετάφραση κειμένου. Σύμφωνα με τον R. Jakobson, ο οποίος ανάγει την ισοδυναμία εν διαφορά σε πρώτιστο πρόβλημα της γλώσσας και επίκεντρο της Γλωσσολογίας, το γεγονός ότι υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις γλώσσες, άλλοτε μεγαλύτερες και άλλοτε μικρότερες, δεν καθιστά τη μετάφραση αδύνατη∙ αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι να αναγκάζεται ο μεταφραστής να καταφεύγει στη χρήση δανείων, νεολογισμών, σημειωτικών μετατοπίσεων κ.τ.λ.
  Σύμφωνα και πάλι με τον R. Jakobson η μετάφραση γεννήθηκε κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο και οι δυο εξέχουσες προσωπικότητες που επηρέασαν την πορεία της ήταν ο Κικέρωνας και ο Οράτιος. Αν και επρόκειτο για μια πρώιμη ακόμα εποχή, βλέπουμε να έχει ήδη γίνει η διάκριση μεταξύ μετάφρασης λέξεων (word for word translation) και μετάφρασης νοημάτων (sense for sense translation) ή διαφορετικά να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην «κατά λέξη» και την «ελεύθερη» μετάφραση καθώς και τη σαφή κλίση, τόσο του Κικέρωνα όσο και του Οράτιου, προς την δεύτερη. Η επιλογή της μετάφρασης νοημάτων δεν ήταν τυχαία αλλά συνοδευόταν και καθοδηγούνταν παράλληλα από ένα αίσθημα ευθύνης και καθήκοντος προς τους αναγνώστες του μεταφράσματος. Προφανώς από την εποχή εκείνη γινόταν κατανοητό πως το ζητούμενο στη μετάφραση είναι να κατανοήσει και να αισθανθεί ο αναγνώστης του κειμένου-στόχος αυτά ακριβώς που θα κατανοήσει και θα αισθανθεί ο αναγνώστης του κειμένου-πηγή.
    Η μετάφραση της Βίβλου αποτέλεσε τον επόμενο σημαντικό σταθμό στην εξελικτική πορεία της μετάφρασης, όπου το δίλημμα «κατά λέξη» ή «ελεύθερη» μετάφραση για την επίτευξη και πάλι της ισοδυναμίας επανέρχεται και αφορά σε αυτή την περίπτωση ένα άκρως αμφιλεγόμενο ζήτημα εφόσον έχει να κάνει με τη μετάφραση ενός θρησκευτικού βιβλίου (βλ. ανάρτηση Holy Spirit).
   Τον 15ο αιώνα ο ρόλος της μετάφρασης άλλαξε κατά πολύ λόγω της ανακάλυψης της τυπογραφίας από τη μια πλευρά και των γενικότερων κοινωνικών ανακατατάξεων και επιστημονικών ανακαλύψεων από την άλλη. Οι αλλαγές αυτές κατέδειξαν την ανάγκη δημιουργίας μιας μεταφραστικής θεωρίας. Μια πρώτη προσπάθεια γίνεται από τον E. Dolet το 1540, όταν δημοσιεύει τις 5 αρχές βάσει των οποίων θα πρέπει να δουλεύουν οι μεταφραστές, δίνοντας έμφαση στην κατανόηση και εκτίμηση του πρωτοτύπου καθώς και στη διευκρίνιση της θέσης που πρόκειται να κατέχει το μετάφρασμα στον πολιτισμό της γλώσσας-στόχος. Οι αρχές αυτές υιοθετήθηκαν και εμπλουτίστηκαν μετά το 1558 από τον μεταφραστή των ομηρικών επών G. Chapman, ο οποίος συνοπτικά υποστήριζε ότι ο μεταφραστής πρέπει: α) να αποφεύγει τη λέξη προς λέξη μετάφραση, β) να αιχμαλωτίζει το πνεύμα του πρωτοτύπου και γ) να αποφεύγει τις πολύ «χαλαρές» μεταφράσεις, συμβουλευόμενος άλλες εκδοχές, ερμηνείες και επιστημονικές έρευνες σχετικά με το προς μετάφραση κείμενο. Χαρακτηριστικό της περιόδου είναι η χρησιμοποίηση της καθομιλουμένης γλώσσας και ενός σύγχρονου ύφους.
Κατά τον 16ο αιώνα και γενικότερα στην Αναγέννηση η μετάφραση είχε πια αναδειχτεί σε μια δραστηριότητα βαρύνουσας σημασίας, ικανή να επηρεάσει και να διαμορφώσει την πνευματική ζωή της εποχής. Στόχος του μεταφραστή δεν είναι πια η πιστή απόδοση του συγγραφικού ύφους και του πρωτότυπου κειμένου αλλά η ενεργή συμμετοχή του ίδιου στη δημιουργική αναπαραγωγή του πρωτοτύπου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα μεταφραστών που ακολούθησαν αυτό το δρόμο ήταν οι ποιητές T. Wyatt και H. Howard, οι οποίοι έθεσαν ως στόχο των μεταφράσεων τους τα κείμενα που θα παράγουν να επιτελούν την ίδια λειτουργία στον πολιτισμό της γλώσσας-στόχος με αυτή που επιτελούν τα πρωτότυπα κείμενα στον πολιτισμό της γλώσσας-πηγή, απομακρύνοντας τη μεταφραστική διαδικασία από την προσήλωση στη λεξιλογικό ή το διαπροτασιακό επίπεδο. Επίσης, ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η παρουσία του Ph. Holland, του οποίου τα μεταφράσματα αποτέλεσαν εκσυγχρονισμένες εκδοχές του πρωτοτύπου μέσα από τη σύγχρονη ορολογία, τις προσθήκες, τις παραλείψεις και τις τροποποιήσεις του αρχικού κειμένου.
   Τον αμέσως επόμενο αιώνα σημειώνεται μια στροφή προς στους Έλληνες και Γάλλους κλασσικούς συγγραφείς και τα έργα τους μεταφράζονται περισσότερο από ποτέ. Οι προσωπικότητες που ξεχωρίζουν τον 17ο αιώνα για τις απόψεις τους περί μετάφρασης ήταν οι ποιητές J. Denham και A. Cowley, που υποστήριξαν την αναπαραγωγή του κεντρικού πυρήνα του πρωτοτύπου από το μεταφραστή σε ένα έργο ισοδύναμο του πρωτοτύπου αλλά δοσμένου σε διαφορετικό κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Στον αντίποδα των δυο προαναφερθέντων έρχεται η θεωρία του J. Dryden και η διάκριση των μεταφραστικών τακτικών σε μετά-φραση (λέξη προς λέξη), παρά-φραση (μετάφραση νοημάτων) και μιμητισμό (τροποποίηση του πρωτοτύπου κατά βούληση), υιοθετώντας την μετάφραση νοημάτων/παρά-φραση και απορρίπτοντας τις άλλες δυο, ως ακραίες εκφάνσεις της μεταφραστικής διαδικασίας.
   Αργότερα ο S. Johnson μετατόπισε την έμφαση στον αναγνώστη υπογραμμίζοντας ότι σκοπός του κάθε συγγραφέα είναι να διαβάζονται τα κείμενά του από τους εκάστοτε σύγχρονους αναγνώστες. Από την εν λόγω αρχή πηγάζει και η ηθική ευθύνη του μεταφραστή απέναντι στον αναγνώστη, μια θέση που σημάδεψε τις περί μετάφρασης αντιλήψεις τον 18ο αιώνα. Την ίδια εποχή συναντούμε την προσέγγιση του J. W. von Goethe, για τον οποίο ο μεταφραστής θα πρέπει να εντοπίσει και να αναπαράγει τις καθολικές βαθιές δομές του πρωτοτύπου σε ένα κείμενο με νέα μορφή και δομή που όμως αντικατοπτρίζει τη μοναδικότητα του πρωτοτύπου, αλλά και την προσέγγιση του A. F. Tytler, για τον οποίο ο ικανός μεταφραστής χρησιμοποιώντας τα δικά του μέσα αναπαράγει το «πνεύμα» και το «αποτέλεσμα» του πρωτοτύπου χωρίς όμως η μετάφρασή του να γίνεται ελεύθερη. Σε γενικές γραμμές ο ρόλος του μεταφραστή τον 18ο αιώνα είναι υποβαθμισμένος, πράγμα που εύκολα δικαιολογείται αν λάβουμε υπόψη μας ότι ένα μεγάλο μέρος του κόσμου της εποχής εκείνης είχε πρόσβαση στα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά, τις βασικές γλώσσες αφετηρίας, οπότε μπορούσαν να διαβάσουν όλα τα μεγάλα έργα στο πρωτότυπο και κατ’ επέκταση να μη θεωρούν τη μετάφραση αναγκαία.
   Το ζήτημα της ισοδυναμίας στη μετάφραση εξακολουθεί να δημιουργεί αντιπαραθέσεις και τον 19ο αιώνα και στρέφεται κυρίως προς το μεταφραστή: από τη μια βρίσκονταν οι υποστηρικτές του δημιουργικού πνεύματος του μεταφραστή που συνδυάζεται με το πνεύμα του συγγραφέα και διανθίζει τη λογοτεχνία και τη γλώσσα στον πολιτισμό-στόχος, στον οποίο απευθύνεται το μετάφρασμα και από την άλλη υπήρχαν και όσοι οριοθετούσαν το ρόλο του μεταφραστή στο να «γνωστοποιεί» το κείμενο ή το συγγραφέα, χωρίς να δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην επίτευξη ενός ισοδύναμου κειμένου. Μέσα σε αυτό το κλίμα βλέπουμε τον F. Schleiermacher και τη θεωρία του για μια ξεχωριστή γλώσσα που θα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά στη λογοτεχνική μετάφραση, θέση που υιοθετήθηκε και από άλλους μεταφραστές, όπως οι T. Carlyle και W. Moris. Οι δυο τελευταίοι, στις μεταφράσεις τους χρησιμοποίησαν ένα ύφος αρχαϊκό με πολλές γλωσσικές δυσκολίες και αρκετά απομακρυσμένο από τη γλώσσα της σύγχρονης ζωής, με αποτέλεσμα εκ των πραγμάτων οι μεταφράσεις τους να απευθύνονται σε περιορισμένο αναγνωστικό κοινό. Η πρώτη αναφορά για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας, σε αυτή την περίπτωση, γλώσσας και τη διευκόλυνση της επικοινωνίας των επιστημόνων, επομένως της μετάφρασης ειδικών κειμένων θα λέγαμε σήμερα, διατυπώθηκε από τον Ισαάκ Νεύτωνα, ο οποίος έγραφε ότι οι διάλεκτοι της κάθε γλώσσας είναι τόσο διαφορετικές και αυθαίρετες, ώστε από αυτές να μην δύναται να δημιουργηθεί μια γενική γλώσσα παρά μόνο από τη φύση των ίδιων των πραγμάτων, η οποία είναι η ίδια σε όλα τα έθνη και σε όλες τις γλώσσες. Και για μια ακόμα φορά εμείς των θεωρητικών βρίσκουμε μπροστά μας τον Νεύτωνα!
Ο F. Schleiermacher από την άλλη πλευρά δηλώνει απερίφραστα πως «…η μετάφραση λογοτεχνικών και θεωρητικών κειμένων μοιάζει ανέφικτη, αφού το νόημα του κειμένου-πηγή διατυπώνεται σε μια γλώσσα, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με μια συγκεκριμένη κουλτούρα και στην οποία η γλώσσα-στόχος δεν μπορεί ποτέ να αντιστοιχεί απόλυτα». Αυτό που πρωτίστως απασχολεί τον Schleiermacher είναι το αν μέσω του μεταφραστή θα πρέπει ο αναγνώστης να έρχεται κοντά στον συγγραφέα του πρωτοτύπου ή ο συγγραφέας κοντά στον αναγνώστη του κειμένου-στόχος. Ο ίδιος προτιμά την πρώτη περίπτωση και τονίζει πως ο μεταφραστής πρέπει να δίνει αξία στο ξένο και να το μεταφέρει στη γλώσσα-στόχος, προκειμένου ο αναγνώστης του μεταφράσματος να σχηματίσει την ίδια άποψη που θα σχημάτιζε και ο αναγνώστης του πρωτοτύπου, δημιουργώντας υπό αυτήν την έννοια ισοδύναμα κείμενα. Την περίοδο αυτή ο ρόλος του μεταφραστή υποβαθμίζεται σημαντικά και οι μεταφράσεις που παράγονται για το κοινό της ελίτ είναι κυριολεκτικά αποδόσεις του πρωτοτύπου, μια θέση εκ διαμέτρου αντίθετη με όσα υποστήριξαν αιώνες πριν ο Κικέρωνας και ο Οράτιος.
  Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα συνεχίζονται οι αντιλήψεις περί κυριολεκτικής, αρχαϊκής μετάφρασης που απευθύνεται σε ένα περιορισμένο, λόγιο κοινό. Υπήρξαν όμως και ορισμένες φωνές που διαφοροποιήθηκαν, όπως ο E. Pound, ο οποίος προχώρησε σε μια συστηματική προσέγγιση των μεταφραστικών προβλημάτων. Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα η επιστήμη της Γλωσσολογίας επηρέασε αρκετές σύγχρονες μεταφραστικές προσεγγίσεις, μεταξύ των οποίων και η κοινωνιογλωσσολογική προσέγγιση του E. Nida. Η προσέγγιση του Nida εστιάζει στα δομικά στοιχεία του κειμένου ενώ παράλληλα προσδίδει έμφαση στο στόχο της μετάφρασης, στο ρόλο του μεταφραστή, στους αποδέκτες και στις πολιτισμικές πολυπλοκότητες της γλώσσας-στόχος, ενώ ο ίδιος είναι ο θεμελιωτής της «βιβλικής» προσέγγισης της μετάφρασης στη σύγχρονη εποχή. Ο ίδιος εισάγει τις έννοιες «μορφική ισοδυναμία» ως συνώνυμη της «κατά λέξη μετάφρασης» και «δυναμική ισοδυναμία» ως συνώνυμη της «ελεύθερης μετάφρασης», επηρεάζοντας καθοριστικά τον προσανατολισμό της θεωρίας της μετάφρασης προς το δέκτη-αναγνώστη. Ο Nida παραθέτει μια σειρά από τεχνικές, οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν τον μεταφραστή να προσδιορίσει τη σημασία διαφορετικών γλωσσικών στοιχείων, να διευκρινίσει δυσνόητα αποσπάσματα, να εντοπίσει τις πολιτισμικές διαφορές, καθώς και να ξεκαθαρίσει τις αμφισημίες, που συναντά κατά τη μεταφραστική διαδικασία, προκειμένου να φτάσει στην καλύτερη δυνατή απόδοση του μηνύματος της γλώσσας-πηγή.
Στον αντίποδα των θεωριών, που εξετάζουν το μεταφραστικό φαινόμενο από την σκοπιά της Γλωσσολογίας, εμφανίστηκαν ορισμένες πραγματείες, οι οποίες εκκινούσαν από την απλή διαπίστωση, ότι η μετάφραση είναι απλώς το πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη και προσπάθησαν να «αποικοδομήσουν το μεταφραστικό φαινόμενο σε περιπτωσιακά ή γενικευμένα ζεύγη σημασιολογικών ή γραμματικών ισοδυναμιών». Οι εισηγητές των απόψεων αυτών ονομάζουν την προσέγγιση τους «Συγκριτική Υφολογία» και αναμφισβήτητοι πρωτεργάτες είναι οι J.P. Vinay και J. Darbelnet με το έργο τους Stylistique Comparée du Français et de l’ Anglais (1958). Οι ίδιοι, εξετάζοντας κείμενα στα αγγλικά και γαλλικά διακρίνουν την «άμεση ή ευθεία μετάφραση» από την «έμμεση ή πλάγια μετάφραση», προτείνοντας με αυτόν τον τρόπο δυο είδη μεταφραστικών στρατηγικών. Το μοντέλο Vinay-Darbelnet, αποτέλεσε μια κλασική ταξινόμηση των γλωσσικών αλλαγών κατά τη μεταφραστική διαδικασία και είχε μεγάλο αντίκτυπο στους μεταφραστικούς κύκλους.
 Από την άλλη πλευρά, η παρουσία του P. Newmark στο χώρο των μεταφραστικών θεωριών προσανατολίζεται προς μια άλλη κατεύθυνση. O ίδιος θεωρεί πως η ύπαρξη του ισοδύναμου αποτελέσματος κατά τη μεταφραστική διαδικασία είναι μια «αυταπάτη» και η απόσταση ανάμεσα στο κείμενο-πηγή και στο κείμενο-στόχος δεν πρόκειται να καλυφθεί. Για τη γεφύρωση αυτού του χάσματος προτείνει τους όρους «σημασιολογική μετάφραση» στη θέση του όρου «μορφική ισοδυναμία» και «επικοινωνιακή μετάφραση» στη θέση του όρου «δυναμική ισοδυναμία», που είχε προτείνει ο E. Nida.
      Το 1965, ο J. Catford στο έργο του A Linguistic Theory of Translation, υιοθετώντας το γλωσσολογικό μοντέλο των J. Firth και M. Halliday, προσεγγίζει περισσότερο και πάλι από γλωσσολογική σκοπιά την έννοια της ισοδυναμίας και εισάγει το ζήτημα των μεταφραστικών «αλλαγών». Σύμφωνα με τον Catford το ισοδύναμο στη γλώσσα-στόχος μπορεί να αναζητηθεί για κάθε λέξη ή μόρφημα (μορφική αντιστοιχία), ή μπορεί να αναζητηθεί και σε επίπεδο πρότασης ή φράσης. Η γλωσσολογική προσέγγιση του J. Catford ήταν ο λόγος που το έργο του υπέστη κριτική. Η κριτική αυτή ήταν εντονότατη δύο δεκαετίες αργότερα από την πλευρά κυρίως της M. Snell-Hornby, η οποία στο έργο της Translation Studies: An Intergrated Approach (1988), αναφέρει πως η μεταφραστική διαδικασία δεν μπορεί να ιδωθεί αποκλειστικά από την πλευρά της Γλωσσολογίας, όπως υποστήριξε ο Catford αλλά και πολλοί άλλοι πριν από αυτόν, καθώς η μετάφραση περιλαμβάνει πολλά περισσότερα από μια απλή γλωσσολογική ανάλυση για την επίτευξη ισοδυναμίας, εφόσον αποτελεί συγκερασμό πολιτισμών και καταστάσεων.
Παράλληλα αναπτύσσεται η Γερμανική Σχολή και η αρχική προσπάθεια γίνεται το 1971 από την K. Reis, η οποία εισάγει το μεταφραστικό της μοντέλο το οποίο βασίζεται α) στην αρχή της ισοδυναμίας, β) στα κειμενικά είδη και γ) στη λειτουργική σχέση μεταφράσματος-πρωτοτύπου. Η Reis δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην ισοδυναμία στο επίπεδο του κειμένου και αναγνωρίζει, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η ισοδυναμία μεταξύ πρωτοτύπου και μεταφράσματος δεν είναι επιθυμητή ενώ κατανοεί πως στην πρακτική εφαρμογή της μεταφραστικής διαδικασίας πρέπει να γίνουν εξαιρέσεις. Αυτές οι εξαιρέσεις αποσαφηνίζονται από τις οδηγίες προς τον μεταφραστή (translation brief), όπου ορίζεται ο στόχος και η λειτουργία που αναμένεται να έχει το μετάφρασμα στη γλώσσα-στόχος.
   Με την πάροδο των ετών, ορισμένοι θεωρητικοί, όπως ο W. Koller, αναγνωρίζουν την ανάγκη για την υιοθέτηση κάποιων τεχνικών (προσαρμογή, παράφραση, μη κυριολεκτική μετάφραση) που ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες των αναγνωστών-αποδεκτών. Άλλωστε ο Koller είναι αυτός που διαφοροποιεί την ισοδυναμία (Äquivalenz) από την αντιστοιχία (Korrespondenz) και επισημαίνει ότι η γνώση των αντιστοιχιών δηλώνει τη γλωσσική ικανότητα, ενώ η δυνατότητα ανεύρεσης των κατάλληλων ισοδυναμιών αποτελεί τη μεταφραστική ικανότητα. Ωστόσο, οι εν λόγω τεχνικές προτιμώνται για τα κείμενα μη λογοτεχνικής φύσης και η ασυμφωνία μεταξύ θεωρίας και πράξης εξακολουθεί να υπάρχει. Ο Koller επίσης προτείνει πέντε διαφορετικά είδη ισοδυναμίας∙ την «δηλωτική ισοδυναμία» (αφορά την ισοδυναμία του εξωγλωσσικού περιεχομένου του κειμένου), την «συνδηλωτική ισοδυναμία» (αφορά τις λεξιλογικές επιλογές του μεταφραστή), την «κειμενοκανονιστική ισοδυναμία» (αφορά το είδος του κειμένου), την «πραγματολογική ή επικοινωνιακή ισοδυναμία» (αφορά τον προσανατολισμό του κειμένου προς το δέκτη) και τέλος την «μορφική ισοδυναμία» (αφορά την αισθητική και την τελική μορφή που παίρνει το κείμενο).
 Στη δεκαετία του 1970 εμφανίζεται και ο H. Vermeer, ο οποίος με ένα άρθρο του, σηματοδοτεί την εμφάνιση της μεταφραστικής προσέγγισης του Λειτουργισμού. Ο Vermeer προεκτείνει την προσέγγιση της Reis και αποδεικνύει, ότι η μετάφραση ως ανθρώπινη δραστηριότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Ο εν λόγω στόχος ονομάζεται «Σκοπός» (Skopos) της μετάφρασης και διαμορφώνεται ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες και τον πολιτισμό, ενώ υπαγορεύεται από τους αποδέκτες της μετάφρασης στη γλώσσα-στόχος. Το σύνολο των περί μετάφρασης αντιλήψεων του H. Vermeer αποτελεί την «Θεωρία του Σκοπού» (Skopostheory), η οποία παρουσιάζεται στο έργο που έγραψε με την K. Reiss Grundlegung einer allgemeinen Translationstheorie (1984). Με τη «Θεωρία του Σκοπού» και τον Λειτουργισμό δίνεται μεγαλύτερη έμφαση και ευθύνη στον μεταφραστή, παραγκωνίζονται οι συγκριτικές προσεγγίσεις, η αρχή της ισοδυναμίας περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει διαφοροποίηση της λειτουργίας του κειμένου-στόχος από το κείμενο-πηγή, ενώ η μετάφραση αντιμετωπίζεται πλέον ως διεπιστημονικός κλάδος (μεταφρασεολογία).
    Ένα βήμα πέρα από τον H. Vermeer προχωράει η J. H. Mänttäri, της οποίας η θεωρία αποσκοπεί στο να καλύψει κάθε μορφή διαπολιτισμικής μεταφοράς ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει κείμενο-στόχος και κείμενο-πηγή. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της θεωρίας της είναι ότι αποφεύγει να μιλάει για «μετάφραση» και προτιμά αντί αυτού τον όρο «μεταφορείς μηνύματος» (message transmitters), δηλαδή ένα συνδυασμό γραπτού κειμένου με εικόνες, ήχους και κινήσεις του σώματος που δημιουργείται από ειδικούς με στόχο να μεταδοθεί το μήνυμα χωρίς γλωσσικούς και πολιτισμικούς περιορισμούς. Ακόμη προσδίδει ιδιαίτερη έμφαση στα πρόσωπα που εμπλέκονται σε μια μετάφραση, σε χαρακτηριστικά όπως ο χώρος, ο χρόνος, το μέσο μετάδοσης και τέλος ορίζει τη μετάφραση ως μια σύνθετη επικοινωνιακή δραστηριότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένο σκοπό και περιλαμβάνει ένα σύνολο συμμετεχόντων, άποψη που συμμερίζεται και εφαρμόζει και η C. Nord.   
Η C. Nord, λοιπόν, στη προσέγγισή της περιλαμβάνει την ανάλυση εξωκειμενικών και διακειμενικών παραμέτρων της επικοινωνίας, ενώ υποστηρίζει πως ο μεταφραστής δύναται να εντοπίσει τα προβλήματα που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κατά τη μεταφραστική διαδικασία, εάν συγκρίνει το σκοπό της μετάφρασής του με τις λειτουργίες που επιτελεί το κείμενο-πηγή στον αντίστοιχο κόσμο. Η Nord αναφέρεται στη φύση της γλώσσας των λογοτεχνικών κειμένων και μάλιστα σε περιπτώσεις λογοτεχνικών έργων στα οποία η γλώσσα αποκλίνει σημαντικά από συνήθη λογοτεχνικά μοντέλα. Στο βιβλίο της Text Analysis in Translation:Theory, Methodology and Didactic Application of a Model for Translation-Oriented Text Analysis (1988/1991), η C. Nord εκθέτει τέσσερις παραμέτρους βάσει των οποίων μας δίνεται η δυνατότητα να αποσαφηνίσουμε τη λογοτεχνική επικοινωνία των δυο πολιτισμών (αφετηρίας και αφίξεως) καθώς και την πολιτισμική απόσταση ανάμεσα τους. Οι παράμετροι αυτοί είναι οι εξής: α) η σχέση της πρόθεσης του συγγραφέα με το κείμενο, β) η σχέση της πρόθεσης του συγγραφέα με τις προσδοκίες των αποδεκτών, γ) η σχέση του πραγματικού κόσμου με τον κόσμο του κειμένου-πηγή και δ) η σχέση μεταξύ του αποδέκτη και του κειμένου.
   Ένα ακόμη σημαντικό έργο, στο οποίο γίνεται λόγος για την έννοια της ισοδυναμίας και άσκησε επιρροή στον κλάδο της μεταφρασεολογίας είναι αυτό της  M.Baker, In Other Words: A Coursebook on Translation (1992). Η M. Baker εξετάζει το ζήτημα της ισοδυναμίας σε μια σειρά επιπέδων: της λέξης, υπεράνω της λέξης, της γραμματικής, της θεματικής δόμησης, της συνοχής και της πραγματολογίας και η ανάλυσή της εστιάζει στη θεματική δόμηση και τη συνοχή ενός κειμένου. Αυτό που άσκησε μεγάλη επιρροή στην εκπαίδευση των μεταφραστών και κατ’επέκταση στον κλάδο της μεταφρασεολογίας είναι, ότι στο έργο της παρουσιάζει «τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται η εκφορά του λόγου σε επικοινωνιακές καταστάσεις».
   Από την άλλη πλευρά, «η επικοινωνιακή κατάσταση» της μεταφραστικής διαδικασίας, εκφράζεται και από τους B. Hatim και I. Mason μέσω των έργων τους Discourse and the Translator (1990) και The Translator as a Communicator (1997), τα οποία επηρέασαν τη μεταφρασεολογία και άσκησαν επιρροή στη δεκαετία του 1990. Οι Hatim και Mason εξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους οι κοινωνικές σχέσεις μεταβιβάζονται από τη μια γλώσσα στην άλλη μέσω της μετάφρασης, επιτυγχάνοντας ισοδύναμο αποτέλεσμα. Πιο συγκεκριμένα, οι ίδιοι διακρίνουν «δυναμικά» και «σταθερά» στοιχεία σε ένα κείμενο∙ τα περισσότερα «σταθερά» κείμενα-αφετηρίας απαιτούν μια «αρκετά κατά λέξη προσέγγιση», ενώ στα «δυναμικά» κείμενα-αφετηρίας «ο μεταφραστής αντιμετωπίζει πιο ενδιαφέρουσες προκλήσεις και ενδέχεται η κατά λέξη μετάφραση να μην αποτελεί πια επιλογή». Κεντρικός πυρήνας, ωστόσο, των έργων τους είναι ο επικοινωνιακός σκοπός της μεταφραστικής διαδικασίας και η άποψη ότι ο μεταφραστής έχει ελευθερία μέσων αρκεί να επιτύχει ένα εύστοχο επικοινωνιακό αποτέλεσμα, άποψη την οποία συμμερίζεται και ο Nida.
   Το 1997, η J. House με το αναθεωρημένο έργο της A Model for Translation Quality και εμφανώς επηρεασμένη από τον M. Halliday δίνει τη δική της προσέγγιση για το ζήτημα της ισοδυναμίας. Σύμφωνα με την ίδια, η συγκριτική ανάλυση ανάμεσα σε ένα κείμενο-πηγή και ένα κείμενο-στόχος μας επιτρέπει να αποτιμήσουμε την ποιότητα της μετάφρασης και να εξετάσουμε την ύπαρξη ή όχι ισοδυναμίας. Μετά την αποτίμησή της, η μετάφραση μπορεί να κατηγοριοποιηθεί είτε ως έκδηλη ή ανοιχτή (overt) είτε ως συγκεκαλυμμένη ή κλειστή (covert). Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μια μετάφραση, η οποία «έκδηλα» δεν απευθύνεται άμεσα στους δέκτες του μεταφράσματος, από την άποψη ότι «το κοινό προς το οποίο απευθύνεται είναι αρκετά ανοιχτό, ώστε να μη μπορεί να θεωρηθεί ότι απευθύνεται κατ’ ευθείαν και αμέσως σ’ αυτό», ενώ στη δεύτερη περίπτωση της συγκεκαλυμμένης μετάφρασης έχουμε μια μετάφραση, η οποία «επέχει στην κουλτούρα-στόχος τη θέση ενός πρωτότυπου κειμένου-πηγή», αναδεικνύει δηλαδή ένα κείμενο σε πρωτότυπο κείμενο και όχι σε μετάφρασμα. Για να επιτευχθεί το δεύτερο είδος μετάφρασης η Hause αναφέρει ότι ο μεταφραστής πρέπει να χρησιμοποιεί το επονομαζόμενο «πολιτιστικό φίλτρο» (cultural filter), ώστε να τροποποιηθούν τα πολιτισμικά στοιχεία και να δημιουργηθεί η εντύπωση στους δέκτες του μεταφράσματος ότι το κείμενο-στόχος είναι ένα πρωτότυπο κείμενο.
   Ο όρος «φίλτρο» στις θεωρίες περί ισοδυναμίας αναφέρεται και στην πρόσφατη (2007) έρευνα της H. Pekkanen, η οποία περιγράφει τον συγγραφέα και τον μεταφραστή ως ένα ντουέτο δυο παράλληλων φωνών, που συμμετέχουν σε μια μουσική αναπαράσταση του έργου τού συγγραφέα, χωρίς όμως να λείπουν και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του μεταφραστή. Η μεταφορά αυτή χρησιμοποιείται από την ίδια προκειμένου να δείξει ότι το κείμενο-στόχος πάντα αποτελεί εκδοχή του πρωτότυπου κειμένου, που φιλτράρεται από τον μεταφραστή και ότι τελικά η ισοδυναμία μπορεί να ερευνηθεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες: από την πλευρά του κειμένου-πηγή και της κουλτούρας-πηγή, από την πλευρά του κειμένου-στόχος και της κουλτούρας-στόχος και τέλος από την πλευρά του ίδιου του μεταφραστή. Για να κρίνουμε λοιπόν μια μετάφραση και να αποφανθούμε για το αν υπάρχει ισοδυναμία μεταξύ πρωτοτύπου και μεταφράσματος, πρέπει πρωτίστως να διευκρινίσουμε από ποια σκοπιά εξετάζουμε το μετάφρασμα.
   Μια επίσης προσέγγιση του ζητήματος της ισοδυναμίας και κατ’ επέκταση της πιστότητας των μεταφράσεων έχουμε από τον M. Cronin, του οποίου το έργο Translation and Globalization (2003) πρόσφατα μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα (2007). Σύμφωνα με τον ίδιο «…η επίκληση των ωραίων απίστων, το απόφθεγμα traduttori traditori και το διαδεδομένο θέσφατο περί απωλειών κατά τη μετάφραση της ποίησης είναι ενδεικτικά της αντίληψης ότι οι μεταφραστές δεν είναι άτομα μεγάλης εμπιστοσύνης και ότι η μετάφραση είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια ανέντιμη απασχόληση», καθώς η ισοδυναμία δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί. Λίγο παρακάτω ο ίδιος συμπληρώνει πως η αντίληψη αυτή ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα, καθώς «…η μετάφραση είναι… ένας από τους τρόπους με τους οποίους οι κοινωνίες και οι κουλτούρες αντέχουν στο χρόνο». Ο Cronin θεωρεί την ισοδυναμία επιτεύξιμη και μάλιστα βαρύνουσας σημασίας σε έναν πολυπολιτισμικό κόσμο, όπου όμως ο γλωσσικός πλούτος ολοένα και συρρικνώνεται λόγω της παγκοσμιοποίησης. Έτσι, ο ρόλος του μεταφραστή είναι να αναζητήσει τρόπους διατήρησης τόσο της γλωσσικής ποικιλομορφίας όσο και της πολιτισμικής κληρονομιάς κάθε γλωσσικής κοινότητας.  

*Σ.τ.Μ.: Ουφ! Ξαναθυμήθηκα την πτυχιακή μου! Έκανα μια επιμέλεια, άλλαξα κάποια πράγματα και σας παρουσίασα ένα απόσπασμα απο το θεωρητικό της κομμάτι, όπου μέσα από μια σύντομη αναδρομή στην Ιστορία της Μετάφρασης, προσπάθησα να συνοψίσω κάποια πράγματα που έχουν ειπωθεί για το φλέγον ζήτημα της Ισοδυναμίας στη Μετάφραση! Σε ρόλο Wikipedia λοιπόν…για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι!