*Σ.τ.Μ: Σημείωμα της Μεταφράστριας

Η επιλογή του ονόματος του blog είναι ένας τρόπος απόδοσης φόρου τιμής στους αφανείς ήρωες, στους άγνωστους μεταφραστές, που πάντα μένουν στο περιθώριο. Σε αυτούς που το έργο τους συνήθως δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και το όνομά τους δεν αναφέρεται συχνά. Σε όλους αυτούς, που για πολλούς πρέπει να ξέρουν τα πάντα, αλλά για τους περισσότερους δεν κάνουν τίποτα. Είναι μια απάντηση στην ερώτηση: «Με τί ασχολείσαι; Α! Το σπούδασες;» και σε σχόλια τύπου: «Σιγά, μωρέ τη δουλειά! Ανοίγεις λεξικό, βρίσκεις λέξη, κλείνεις λεξικό». Η μετάφραση είναι πολλά παραπάνω από λεξικά και ηλεκτρονικά προγράμματα και η δουλειά του μεταφραστή δεν περιορίζεται στο τέλος μια σελίδας υπό το σύμβολο Σ.τ.Μ! Κι αν για πολλούς, οι μεταφραστές είναι «αόρατοι», εδώ συμμεριζόμαστε την άποψη του M. Serres για τους μεταφραστές, σύμφωνα με την οποία, οι μεταφραστές πρέπει να αποτελέσουν αναπόσπαστο κομμάτι της συντροφιάς των αγγέλων και να μην ξεχνούν ότι ... les pires Anges se voient; les meilleurs disparaissent…(οι χειρότεροι άγγελοι είναι ορατοί, οι καλύτεροι εξαφανίζονται). Με αυτό το blog θα εξαφανιστούμε σίγουρα, παναπεί θα γίνουμε καλύτεροι!

*Σ.τ.Μ.: Κι αν νομίζετε ότι σ’ αυτό το blog θα βρείτε μόνο Μεταφραστικά, γελιέστε! Σε αυτή την πόλη των Αγγέλων…ο Θεός είναι η Γλώσσα, την οποία και θα υμνούμε! ΕυΛόγησον!

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Μια φορά κι έναν καιρό...

Μια φορά κι έναν καιρό…ήταν πέντε στην Ελλάδα (τώρα σε ποιο μέρος της Ελλάδας και πότε μην ρωτάτε), οι οποίοι άρχισαν να μιλούν ελληνικά! Αρχαία ελληνικά. Κάθισαν, δηλαδή και είπαν αυτό θα το ονομάσουμε έτσι και το άλλο αλλιώς! Και όλως τυχαίως, ονόμασαν τα πάντα με κάποιο τρόπο και αυτές οι ονομασίες εξελίσσονταν στο πέρασμα του χρόνου με αποτέλεσμα σήμερα να γνωρίζουμε όλες τις λέξεις, όπως τις γνωρίζουμε. Αυτή είναι η άποψη ενός φίλου, που πριν λίγες μέρες μου εξέφρασε, όχι μόνο για τη δημιουργία της γλώσσας αλλά και το βασικό επιχείρημα υπέρ της ελληνικότητας όλων των λέξεων. Στην ερώτηση μου «αν έτσι είναι τα πράγματα, πώς εξελίχθησαν και διαχωρίστηκαν οι γλώσσες και σήμερα δεν μιλάμε παντού, σε όλον τον κόσμο ελληνικά;» μου απάντησε, ότι από αυτούς τους πέντε κάποια στιγμή οι δυο-τρεις ταξίδεψαν, πήραν το δρόμο δίχως γυρισμό για άλλα μήκη και πλάτη της γης και εκεί που εγκαταστάθηκαν αποφάσισαν ή αναγκάστηκαν να ονομάσουν πλέον αλλιώς τις λέξεις και να δημιουργήσουν έτσι άλλες γλώσσες. Παύση! Το επεξεργαζόμαστε λίγο γιατί όλοι σχετικοί ή άσχετοι με το αντικείμενο έχουν τις δικές τους απόψεις. Κι όταν αντιλαμβανόμαστε ότι δεν ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, απλώς αλλάζουμε συζήτηση! Εδώ, όμως που μπορούμε να προβάλλουμε τις απόψεις μας χωρίς να παρεξηγηθεί κανείς, αφού έχει τη δυνατότητα να αφήσει το σχόλιο του και η αντίθετη άποψή του είναι καλοδεχούμενη, θα προσπαθήσουμε να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. 
Σύμφωνα με την άποψη πολλών γλωσσολόγων, τα διάφορα φύλα που κατοικούσαν από Ινδίες μέχρι Γερμανία πριν από 3000 χρόνια είχαν μια κοινή γλώσσα, την ινδοευρωπαϊκή.  Η ομοιότητα βασικών λέξεων στη σανσκριτική (αρχαία ινδική γλώσσα), την αρχαία ελληνική, την λατινική, την γερμανική, την αγγλική κ.ά. όπως πατέρας (σανσκ. pita, αρχ. ελλ. πατήρ, λατ. pater, γερμ. Vater, αγγλ. father), μητέρα (σανσκ. mata, αρχ. ελλ. μήτηρ, λατ. mater, γερμ. Mutter, αγγλ. mother), σπίτι (σανσκ. dáma-, αρχ. ελλ. δόμος, λατ. domus) κλπ. οδήγησε τους γλωσσολόγους στην υπόθεση ότι οι λέξεις αυτές έχουν κοινή ρίζα. Η ύπαρξη κοινών ριζών οδήγησε με τη σειρά της στην υπόθεση ότι οι γλώσσες αυτές προέρχονται από μια κοινή πρωτογλώσσα, η οποία ονομάζεται συμβατικά πρωτοϊνδοευρωπαϊκη.
Αυτή η ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών αναγνωρίστηκε το 18ο αιώνα, όταν ο Ουαλός William Jones, ανατολιστής και ανώτατος δικαστικός στην Καλκούτα, άρχισε να μαθαίνει σανσκριτικά, τα οποία είχαν εκλείψει ως ομιλούμενη γλώσσα, αλλά χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικές τελετές. Έμοιαζαν σαφώς με τα λατινικά και τα ελληνικά, όχι μόνο ως προς το λεξιλόγιο, αλλά και ως προς τη γραμματική. Ο Jones συμπέρανε, λοιπόν, πως αυτές οι τρεις γλώσσες (λατινικά, ελληνικά και σανσκριτικά) «ξεπήδησαν από κάποια κοινή πηγή».
Σύμφωνα με την H. Walter, γλωσσολόγο στο Πανεπιστήμιο της Άνω Βρετάνης, ο όρος «ινδοευρωπαϊκός» αποτελεί επινόηση των γλωσσολόγων. Η ινδοευρωπαϊκή γλώσσα είναι μια θεωρητικά δομημένη γλώσσα, που προέκυψε από τη σύγκριση των γλωσσών που χρησιμοποιούνται στην πραγματικότητα. Ύστερα από συγκρίσεις τόσο στους ήχους όσο και στο λεξιλόγιο και την γραμματική ανάμεσα σε γλώσσες, όπως τα ιταλικά, τα γερμανικά, τα ιρλανδικά ή τα ινδικά κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πολλές είναι οι γλώσσες που θα μπορούσαν να προέρχονται από έναν κοινό πρόγονο, τον οποίο και ονόμασαν ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Δεν πρόκειται ωστόσο για μια επιβεβαιωμένη γλώσσα, διότι δεν υπάρχει κανένα ινδοευρωπαϊκό κείμενο. Η κοινή αυτή γλώσσα ανάγεται σε μια εποχή, όπου η γραφή δεν είχε ακόμη εφευρεθεί. Παρά το γεγονός ότι οι γλωσσολόγοι κατέληξαν σε διαπιστώσεις για την προέλευση των γλωσσών, δεν μπορούν αλλά ούτε και θέλουν να αποφανθούν για την ταυτότητα των λαών, που μίλησαν τις γλώσσες αυτές. Γι’ αυτό και γράφουν ινδοευρωπαϊκή γλώσσα (χωρίς εισαγωγικά) αλλά λένε οι «ινδοευρωπαίοι» (με εισαγωγικά). Γι’ αυτό νομίζω ότι πρέπει να μιλάμε μάλλον για μια ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών παρά για μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα ή για ινδοευρωπαίους. Προσπαθώντας στη συνέχεια να συγκεντρώσω περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτή την ινδοευρωπαϊκή κατάσταση, βρήκα στο δρόμο μου και πολλές άλλες απόψεις όπως για παράδειγμα το ότι η θεωρία της Ινδοευρωπαϊκής φυλής και γλώσσας είναι κατά βάση ένα ρατσιστικό δημιούργημα που πλάστηκε βασικά από ορισμένους γλωσσολόγους, οι οποίοι ήθελαν να δείξουν ότι κάποιες γλώσσες π.χ. τα γερμανικά και κατ' επέκταση οι Γερμανοί έχουν σχέση με τους καλύτερους λαούς - πολιτισμούς της αρχαιότητας (Έλληνες, Ρωμαίους κ.α.) και γι’ αυτό πρέπει να ηγεμονεύσουν. Άκρως επικίνδυνη άποψη! Και αναρωτιέμαι γιατί οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι να είναι οι καλύτεροι λαοί-πολιτισμοί του κόσμου; Με βάση ποια κριτήρια;  Κάθε γλώσσα είναι και ένα ιδιαίτερο δημιούργημα, με τη δική του υπόσταση και συνεπώς η γλώσσα δεν είναι κάτι που πήγασε από κάποιον άνθρωπο, για να μεταδοθεί στον επόμενο και ούτω καθεξής.  Το γεγονός τώρα ότι πολλές είναι οι ελληνικές λέξεις που εντοπίζονται σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, οφείλεται απλώς στο ότι σε κάθε γλώσσα υπάρχουν και γλωσσικά δάνεια ή αλλιώς διεθνείς λέξεις, που επιβάλουν σε όλο τον κόσμο το εμπόριο, η θρησκεία, η γεωγραφία, ο αθλητισμός κ.τ.λ και οι οποίες δίνουν την εντύπωση ότι όλες οι γλώσσες κάποτε ξεκίνησαν από μια. Παρατηρώντας τις διάφορες γλώσσες βλέπουμε ότι είναι ζωντανοί οργανισμοί. Συνεχώς εμπλουτίζονται, δηλαδή είτε φτιάχνουν οι ίδιες λέξεις ή δανείζονται λέξεις από άλλες για να καλυφθούν οι νέες έννοιες, αλλά και  μεταποιούν τα γλωσσικά τους στοιχεία, ίσως για να γίνουν πιο εύκολες στην χρήση άρα συνεχώς μεταβάλλονται και δεν είναι σωστό να μιλούμε πάντα για μια και μόνη γλώσσα και τις διαλέκτους της. Η αριθμητική ποσότητα επίσης του λεξιλογίου κάθε γλώσσας ακολουθεί την πρόοδο των τεχνών, των επιστημών, του αθλητισμού κ.τ.λ., ενώ από την άλλη η θρησκεία, οι επιστήμες, οι τέχνες και ο αθλητισμός  «φτιάχνουν» τις δικές τους ορολογίες, ονόματα κ.τ.λ Κι επειδή το χρήμα τα πάντα κυβερνά, ας μην ξεχνάμε και τον οικονομικό παράγοντα. Όποιος έχει την οικονομία σήμερα, «επιβάλλει» και τη γλώσσα του.
Για εγκυκλοπαιδικούς λόγους και για όσους ενδιαφέρονται, οι γλώσσες που ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών είναι:  η τοχαρική (μιλιόταν άλλοτε στο κινέζικο Τουρκεστάν), η ινδοαριανή ( χωρίζεται στις: βεδική, σανσκριτική, βεγγαλική, κ.α.), η ιρανική (χωρίζεται στις:  περσική, κουρδική, μηδική..),  η αρμενική,  η ελληνική (αρχαία δωρική, αχαϊκή, αιολική κ.α.), η λατινική (ιταλικές γλώσσες), η χετιτική (στην Ινδία νεκρή γλώσσα σήμερα), η κελτική (ουαλική, ιρλανδική και βρετανική), η βαλτική (λιθουανική και λετονική),   η γερμανική (γερμανική, σουηδική, δανική, νορβηγική, ισλανδική, αγγλική),   η σλαβική ( πολωνική, ρωσική, τσέχικη, σέρβικη, βουλγάρικη.. κ.α.). Ενώ δεν ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών: η φιλανδική, η  εσθονική, η ουγγρική, η τουρκική, η βασκική, η αραβική και η εβραϊκή.



*Σ.τ.Μ.: Η γυάλα που υπάρχει γύρω από το κεφάλι μας και μας κάνει να πιστεύουμε πως τα πάντα είναι ελληνικά και τα πάντα από την Ελλάδα ξεκινούν και στην Ελλάδα καταλήγουν, κάποια στιγμή πρέπει να σπάσει. Και δεν το λέω μόνο για τους Έλληνες. Πολλοί είναι οι λαοί που θεωρούν πως είναι το κέντρο του κόσμου. Τέτοιες αντιλήψεις κατά τη γνώμη μου μόνο ρατσιστικές τάσεις μπορούν να δημιουργήσουν και να εμποδίσουν την ειρηνική και ομαλή επικοινωνία των λαών, όποια γλώσσα κι αν μιλάνε.

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Δ.Φ.Α.

Η αλήθεια είναι οτι λόγω των συγκυριών, άρα απολύτως δικαιολογημένα, μόλις δούμε αρκτικόλεξο με πρώτο γράμμα το Δ. δεν μας δημιουργούνται και τα καλύτερα συναισθήματα! Το Δ.Ν.Τ. μόνο αισθήματα τρόμου και ανασφάλειας μπορεί να δημιουργήσει. Δεν θα αναφερθούμε όμως σε αυτό, οχι γιατί το ποιόν του μας αφήνει αδιάφορους ή έχει ελάχιστη επιρροή στη ζωή μας ή εν πάση περιπτώσει φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε τα αρνητικά συναισθήματα που μας δημιουργεί, αλλά γιατί υπάρχουν κι άλλα αρκτικόλεξα με πρώτο το γράμμα Δ. που ενδιαφέρουν περισσότερο αυτό εδώ το blog. Ο λόγος, λοιπόν, για το Δ.Φ.Α. δηλαδή, το Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο. Όταν η φωνητική άρχισε να κερδίζει έδαφος στον επονομαζόμενο δυτικό κόσμο στο τέλος του 19ου αιώνα, οι γλωσσολόγοι άρχισαν από την πλευρά τους να σκέφτονται την τυποποίηση ενός συστήματος φωνητικής καταγραφής. Έτσι, το 1888 η Διεθνής Φωνητική Εταιρεία δημιούργησε και διέδωσε το Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο, το οποίο παρά τις όποιες τροποποιήσεις υπέστη από τότε, σήμερα είναι διεθνώς αποδεκτό και χρησιμοποιείται από την πλειονότητα των γλωσσολόγων. Η βασικός λόγος για την δημιουργία του Δ.Φ.Α ήταν η αναπαράσταση κάθε διακριτού φθόγγου από ένα διαφορετικό γράμμα-σύμβολο. Και παρά το ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει όριο στον αριθμό των διακριτών φθόγγων που μπορούν να παράγουν τα όργανα ομιλίας το Δ.Φ.Α. μπορεί να εφαρμοστεί με συνέπεια. Κάπου είχα διαβάσει ότι οι διακριτοί φθόγγοι που μπορούν να παραχθούν από τον άνθρωπο είναι περίπου 180, αλλά δεν ξέρω αν ισχύει τελικά. Αυτό που μπορώ να πω με μεγαλύτερη σιγουριά είναι ότι οι περισσότεροι φθόγγοι και σε όλες τις γλώσσες παράγονται με την τροποποίηση του αέρα, όταν αυτός εξέρχεται από τους πνεύμονες κατά μήκος της φωνητικής οδού. Ανάλογα με την λειτουργία του κάθε οργάνου ομιλίας ο φθόγγος που παράγεται διαφέρει. Για παράδειγμα, αν οι φωνητικές χορδές είναι κοντά η μια στην άλλη και καθώς περνά ο αέρας ανάμεσά τους πάλλονται τότε ο φθόγγος είναι ηχηρός. Διαφορετικά, είναι άηχος. Τέτοιες διαφοροποιήσεις έπρεπε κάπως να καταγραφούν και αυτό έκανε το Δ.Φ.Α.  Τα διάφορα σύμβολα που χρησιμοποιούνται για να ξεχωρίσουν τους φθόγγους βοηθούν τους γλωσσολόγους να ερευνήσουν αυτά που κάθε φορά θέλουν και να επιτύχουν τους σκοπούς τους. 


*Σ.τ.Μ.: Πώς θα μπορούσαμε να μπερδέψουμε τους γλωσσολόγους και τους φωνητικούς στην καταγραφή των φθόγγων; Να ρουφήξουμε ήλιο και να μιλάμε σαν καρτουνάκια χωρίς να ξεχωρίζει κανένας φθόγγος από τον άλλον και να μην διαφέρει καμιά φωνή από την άλλη (χιχιχιχιχι)!

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Μη μιλάς! Δεν είναι απαραίτητο!


Κοιταζόμαστε, μου κάνει ένα νεύμα, κουνάει τα χέρια με συγκεκριμένο τρόπο και…αυτό ήταν! Επικοινωνία επετεύχθη! Ο λόγος για μια κυρία που βρισκόταν λίγες θέσεις πιο μπροστά από μένα στην ουρά για το ταμείο της τράπεζας. Μου ζήτησε να πάρω αν θέλω τη θέση της, αφού η ίδια έπρεπε να φύγει ύστερα από ένα τηλεφώνημα που δέχτηκε. Οι μόνες κουβέντες που ειπώθηκαν ήταν το «ευχαριστώ» που της είπα εγώ και το «γειά χαρά» που είπε εκείνη φεύγοντας. Όλα τ' άλλα ήταν χειρονομίες! Και δεν ήταν γνωστή ή φίλη για να έχουμε κοινό κώδικα επικοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι η επικοινωνία δεν επιτυγχάνεται μόνο με τη γλώσσα και η ίδια η γλώσσα δεν είναι μόνο επικοινωνία. Μάλιστα, είναι πλέον γενικώς αποδεκτό, ότι η γλώσσα εμφανίστηκε ως σύστημα επικοινωνίας αποτελούμενο μάλλον από χειρονομίες παρά από ήχους. Η επιτυχής προσπάθεια των ψυχογλωσσολόγων να διδάξουν παρόμοια με τη γλώσσα συστήματα χειρονομιών σε χιμπατζήδες αλλά και το γεγονός ότι ο άνθρωπος του Νεάτερνταλ, που τα φωνητικά του όργανα έμοιαζαν πολύ με αυτά των χιμπατζήδων, χρησιμοποιούσε χειρονομίες για να επικοινωνήσει παρά φωνητικά καλέσματα, ενισχύει την άποψη ότι ξεκινήσαμε από χειρονομίες και φτάσαμε στη φωνή. Αυτές και πολλές άλλες ενδείξεις μας οδηγούν ακριβώς στο συμπέρασμα ότι φτάσαμε στη γλώσσα, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, ξεκινώντας από ένα σύστημα χειρονομιών, το οποίο εξελίχθηκε καθώς το μυαλό μεγάλωνε σε όγκο και αποκτούσε την ικανότητα επεξεργασίας σύνθετων λειτουργιών. Εκτός των άλλων, σκεφτείτε ότι τα όργανα της ομιλίας ή διαφορετικά τα φωνητικά όργανα, όπως οι πνεύμονες, η γλώσσα, τα δόντια κ.τ.λ. υπηρετούν κάποια βιολογική λειτουργία βασικότερη απο αυτήν της παραγωγής φωνητικών σημάτων. Βασική λειτουργία των πνευμόνων, για παράδειγμα, είναι η αναπνοή ή το να μάθουμε ζωγραφική, αφού κατά τη διάρκεια της ζωής μας μαθαίνουμε να τους δίνουμε άλλο χρώμα και κατά προτίμηση μαύρο, η βασική λειτουργία των δοντιών είναι η μάσηση της τροφής και όχι η προφορά των οδοντικών συμφώνων κ.τ.λ. Ένα από τα βασικά κινητικά συστήματα που όλοι γνωρίζουμε είναι η νοηματική γλώσσα, η οποία δεν υστερεί σε τίποτα από τις άλλες «με φωνή» γλώσσες, καθώς έχει το δικό της συντακτικό, τη δική της γραμματική και συνεχώς εμπλουτίζεται με νέο λεξιλόγιο.

*Σ.τ.Μ.: Υπάρχουν άνθρωποι, ανάμεσά τους κι εγώ, που δεν τους είναι εύκολο να πουν ούτε μια λέξη, αν δεν κάνουν ταυτόχρονα μορφασμούς και κινήσεις με τα χέρια ή/και το κεφάλι. Κι αναρωτιέμαι αν πρόκειται για ζήτημα εκφραστικότητας και πάθους για τα λεγόμενα ή αν είναι απομεινάρι της παλιάς χιμπατζήδικης ζωής μας!    

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Η Γλώσσα είναι Παντού!!!

Κατά βάση το blog μου παρακολουθούν τρελές μου φίλες και τρελοί μου φίλοι (και λέω τρελοί γιατί έχουμε το ίδιο αντικείμενο σπουδών), οι οποίοι φαντάζομαι ότι λίγο πολύ όχι μόνο βρίσκουν ενδιαφέροντα αυτά που γράφω αλλά και έχουν μια παραπάνω γνώση των θεμάτων. Υπάρχει όμως και το target group των γλωσσολογικά-μεταφραστικά αναλφάβητων (με την καλή έννοια, γιατί δεν είναι πάντα κακό να είσαι γλωσσολογικά αναλφάβητος), οι οποίοι είναι και αυτοί που ρωτάνε τί ακριβώς κάνουμε στη μετάφραση, τι είναι η γλωσσολογία και τι βρίσκω τέλος πάντων τόσο ενδιαφέρον στη γλώσσα και κατ’ επέκταση στην γλωσσολογία. Η πρώτη ομάδα αναγνωστών είναι πιο προετοιμασμένη να δώσει απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα. Η δεύτερη όμως συνεχίζει και αναρωτιέται. Η δική μου απάντηση και για τους μεν και για τους δε, δεν είναι άλλη από την εξής: Η γλώσσα είναι παντού! Πώς γίνεται, λοιπόν, να μας αφήνει αδιάφορους ή να μην μας προκαλεί να γίνουμε γνώστες «βαθύτερων» γλωσσολογικών θεμάτων. Η μουσική, η τεχνολογία, η λογοτεχνία, το σώμα μας…τα πάντα είναι γλώσσα. Όποιο κι αν είναι το επάγγελμά μας, όποια κι αν είναι τα ενδιαφέροντα μας, με όσους ανθρώπους κι αν συναναστρεφόμαστε, ό, τι κι αν κάνουμε, αυτό που κουβαλάμε πάντα μαζί μας είναι ο εαυτός μας και η γλώσσα μας (όχι μόνο αυτή που έχουμε στο στόμα μας). Ή οι γλώσσες μας, αν ξέρουμε παραπάνω από μια. Η γλώσσα μας συνεπαίρνει, μας ταξιδεύει, μας μαγεύει, μας κάνει να ερωτευόμαστε, να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας και να νοσταλγούμε. Και από την άλλη, μας προσβάλλει, μας κοροϊδεύει, μας αφήνει γεμάτους αινίγματα, αμφιβολίες και μυστικά. Η γλωσσολογία, λοιπόν, είναι ο επιστημονικός κλάδος που μελετά αυτό το τόσο περίπλοκο και πανταχού παρόν «πράγμα». Η γλωσσολογία είναι η επιστήμη της γλώσσας ή διαφορετικά η επιστημονική μελέτη της γλώσσας. Μια πρώτη διάκριση που μπορεί να γίνει στη γλωσσολογία είναι η γενική και η περιγραφική γλωσσολογία. Η πρώτη ασχολείται με ζητήματα της γλώσσας γενικά ενώ η δεύτερη ασχολείται με συγκεκριμένες γλώσσες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μεταξύ τους μένουν ανέπαφες, αφού η μια δανείζεται στοιχεία από την άλλη και η μία στηρίζεται στην άλλη. Μια δεύτερη διάκριση, έρχεται να ξεχωρίσει την θεωρητική από την εφαρμοσμένη γλωσσολογία. Η πρώτη επιχειρεί να κατασκευάσει μια θεωρία της δομής της γλώσσας, χωρίς να ενδιαφέρεται για την εφαρμογή αυτής της θεωρίας, ενώ η δεύτερη ενδιαφέρεται ακριβώς για την εφαρμογή των εννοιών της γλωσσολογίας σε πρακτικό επίπεδο, όπως στη γλωσσική διδασκαλία.  Πέρα από αυτές τις δυο διακρίσεις, υπάρχει και η ιστορική γλωσσολογία, που στόχος της είναι η μελέτη της ιστορικής εξέλιξης των γλωσσών και η διατύπωση υποθέσεων σχετικά με τη γλωσσική αλλαγή. Το γεγονός ότι η γλώσσα είναι παντού, όπως είπαμε, και απασχολεί ένα πλήθος επιστημονικών πεδίων οδήγησε και σε περεταίρω διακρίσεις, έτσι ώστε να υπάρχει η κοινωνιογλωσσολογία, η ψυχογλωσσολογία, η εθνογλωσσολογία, η υφολογία, υπολογιστική γλωσσολογία, μαθηματική γλωσσολογία, δικαστική γλωσσολογία, κλινική γλωσσολογία, ανθρωπολογική γλωσσολογία, νευρογλωσσολογία και ένα σωρό ακόμα...Κάθε κλάδος και παρακλάδι και μια γλωσσολογία. Όλα τα παραπάνω παρακλάδια, λοιπόν, μπορούν να ενταχθούν σε δυο βασικές κατηγορίες: την μικρογλωσσολογία και την μακρογλωσσολογία. Στην μικρογλωσσολογία εντάσσονται τα παρακλάδια εκείνα που ασχολούνται με τη δομή των γλωσσικών συστημάτων χωρίς να ενδιαφέρονται για το πώς μαθαίνονται οι λέξεις, πώς αποθηκεύονται στον εγκέφαλο, ποια είναι η σχέση γλώσσας και πολιτισμού, ποιοι φυσιολογικοί και ψυχολογικοί παράγοντες εμπλέκονται στη γλωσσική συμπεριφορά. Στη μακρογλωσσολογία από την άλλη εντάσσονται εκείνα τα παρακλάδια που σχετίζονται με τη γλώσσα εν γένει και τις επιμέρους γλώσσες και τη σχέση τους με άλλους επιστημονικούς κλάδους εκτός της γλωσσολογίας. αποκτώντας έτσι ευρύτερη έννοια και πρακτική εφαρμογή. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι γλωσσολόγοι, ανεξάρτητα από το αν εργάζονται σε έναν από τους παραπάνω κλάδους, συμφωνούν πως ο πυρήνας της επιστήμης τους, που της δίνει συνοχή και συνεκτικότητα είναι η θεωρητική συγχρονική μικρογλωσσολογία, όπου συγχρονική εννοούμε τη μελέτη της γλώσσας σε μια συγκεκριμένη στιγμή και επομένως διαφέρει από την διαχρονική (που ισοδυναμεί με την ιστορική), η οποία μελετά την ιστορική εξέλιξη της γλώσσας και τις αλλαγές που σημειώθηκαν σ’ αυτήν σε διαφορετικά σημεία μέσα στο χρόνο. Επειδή σας μπέρδεψα, δείτε το και σχηματικά:
  
*Σ.τ.Μ.: Σημασία έχει όπως είπαμε οτι…αυτό που κουβαλάμε πάντα μαζί μας είναι η γλώσσα μας! Γι’ αυτό όταν ζυγίζεστε να αφαιρείτε τόσα κιλά όσες γλώσσες ξέρετε. Κι όσο καλύτερα τις ξέρετε τόσο περισσότερα κιλά να αφαιρείτε! Θα με σκοτώσει η αδερφή μου, που είναι διαιτολόγος, με αυτά που λέω!    

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Εκ παραδρομής...νοικοκυρά!


Πριν από λίγες μέρες αποφάσισα να βοηθήσω τη μαμά μου στις δουλειές του σπιτιού. Μεγάλη απόφαση! Κι αφού έκανα αρκετές, της είπα: «Τελείωσα και με το σιδέρωμα»! Δεν θα υπήρχε βέβαια λόγος να σταθούμε σε αυτή την πρόταση, αν ο σωρός των ασιδέρωτων ρούχων δίπλα μου δεν πρόδιδε ότι εγώ δεν είχα πιάσει ακόμα το σίδερο στα χέρια μου και τα γεμάτα απορία μάτια της μαμάς δεν καρφώνονταν τη μια πάνω μου και την άλλη στα ασιδέρωτα. Γρήγορα με διόρθωσα, λέγοντας: «Θέλω να πω…αρχίζω και το σιδέρωμα»! Το ίδιο βράδυ, αφού πλέον τα κολλαριστά πουκάμισα του μπαμπά κρέμονταν στην ντουλάπα, έπρεπε να αντιμετωπίσω πλέον την αϋπνία μου. Κι ενώ η ώρα περνούσε, εγώ δίσταζα να διακόψω τους δεσμούς με τον έξω κόσμο και τα μάτια μου αρνούνταν πεισματικά να κλείσουν! Τι κάνουμε σε αυτές τις περιπτώσεις; Όχι δεν βλέπουμε τηλεμάρκετινγκ, αλλά πιάνουμε ένα βιβλίο στα χέρια μας! Άρχισα να διαβάζω το «Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση» του Φρόιντ και ξαφνικά κατάλαβα γιατί συνέβη το λάθος στην πρότασή μου το πρωί. Σύμφωνα με τις απόψεις του Φρόιντ, λοιπόν, για τη ψυχολογία των λαθών, τα λάθη που κάνει ο καθένας όταν θέλει να εκφράσει κάτι αλλά χρησιμοποιεί λάθος λέξη είτε στον προφορικό είτε στον γραπτό λόγο ή ακόμα και όταν παρακούσει, δεν έχουν καμία σχέση με τις νευρώσεις, τις οποίες ο ίδιος μελέτησε, ούτε όμως και με κάποια βλάβη π.χ. του ακουστικού αισθητηρίου οργάνου, αφού παρατηρούνται πολύ συχνά σε κάθε υγιές άτομο. Η παραδρομή της γλώσσας, η παραδρομή της πένας, το λάθος στην ανάγνωση, όταν κάποιος παρακούει κι ακόμα όταν κάποιος δυσκολεύεται να θυμηθεί π.χ. ένα όνομα, το οποίο όμως γνωρίζει πολύ καλά, μπορεί να οφείλονται σε κούραση, αδιαθεσία, διέγερση ή έλλειψη συγκέντρωσης. Για τον Φρόιντ όμως πρέπει να προχωρήσουμε παραπέρα, καθώς οι παραπάνω περιπτώσεις δεν εξηγούν όλες τις παραδρομές της γλώσσας, ειδικότερα στην περίπτωση που κάποιος λέει το αντίθετο από αυτό που θέλει να πει. Όπως στη δική μου περίπτωση με το σιδέρωμα! Πίσω από κάθε παραδρομή της γλώσσας μπορεί να ενυπάρχει ένα νόημα. Δηλαδή, το λάθος καθαυτό να παρουσιάζει ένα δικό του νόημα. Συνεχίζοντας την έρευνα των γλωσσικών παραδρομών, ο Φρόιντ, συμπεραίνει ότι υπάρχουν ολόκληρες κατηγορίες παραδρομών της γλώσσας, στις οποίες ο σκοπός, το νόημα της παραδρομής, η πρόθεση ή τάση μας γίνονται ολοφάνερα ειδικά, όπου λέγεται το αντίθετο από εκείνο το οποίο ο λέγων είχε σκοπό να πει. Ο ίδιος ο Φρόιντ παραθέτει το εξής παράδειγμα: «Ο Πρόεδρος λέει στον εναρκτήριο λόγο του «Κηρύσσω τη λήξη της συνεδρίασης» τη στιγμή που το ακροατήριο μόλις έχει καθίσει στα έδρανα. Η σημασία και ο σκοπός της παραδρομής αυτής είναι ότι ο Πρόεδρος πραγματικά θέλει να τερματίσει τη συνεδρίαση». Mάλλον δεν την πάλευε απο την βαρεμάρα και εκείνη την ώρα θα προτιμούσε να βρίσκεται κάπου αλλού. Τώρα, αντικαταστήστε το Πρόεδρος με το Μαρία και τη συνεδρίαση με το σιδέρωμα. Έτσι θα καταλάβετε γιατί ο τίτλος της σημερινής ανάρτησης είναι «Εκ παραδρομής…νοικοκυρά!»

*Σ.τ.Μ.: Το βραδινό μου πρόβλημα δεν λύθηκε. Μάλιστα, κοιμήθηκα νωρίς το πρωί. Η αϋπνία όμως με οδήγησε στη λύση του πρωινού προβλήματος της παραδρομής της γλώσσας. Κάτι είναι κι αυτό!

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Μικρό Βιβλίο για Μεγάλα Όνειρα

«Ίνα πληρωθή το ρηθέν…»:
«Αλλά κι όταν τελειώνει η μέρα γίνεται άξαφνα μια παράξενη ησυχία από πολλά πράγματα που ξεχάσαμε,
ο αέρας μυρίζει παλιούς μενεξέδες – το γέρικο νοσοκομείο με τα μικρά κίτρινα φώτα του τη νύχτα μοιάζει σαν να’ ναι
από μιαν άλλη εξωπραγματική ζωή – εκεί έζησα, άρρωστος από χαμένες ευκαιρίες αιώνων,
όταν γύρισα σπίτι δεν ακούγονταν πια τ’ ανάλαφρα βήματα των κοριτσιών
ή των επισκεπτών το βράδυ. Και κάθε φορά που έβαζα ένα δίσκο στο γραμμόφωνο, καταλάβαινα ότι δεν ξαναρχίζει ποτέ κανείς δυο φορές
και μόνον ο χρόνος είναι γενναιόδωρος μοιράζοντας σε
όλους τη σκοτεινή λησμοσύνη του –
λοιπόν ποια πράξη μας θα βαρύνει την ημέρα της Κρίσεως; Ποιος θα σηκωθεί να μας υπερασπίσει ή έστω να κάνει μια μικρή αναφορά στ' όνομά μας;
Έρημα βράδια και νυχτερινοί δρόμοι που συναντήσαμε τις σκιές εκείνων που τόσο θέλαμε να ξεχάσουμε!
Ώσπου στο τέλος κερδίζει ο μόνο όποιος χάνει: πανάρχαιη, ανεξήγητη ανταμοιβή.

Έτσι, απόψε που σκοτείνιασε και δεν έχουμε πουθενά να πάμε, ας κάνουμε ένα ταξίδι στα περασμένα - τί θα βρούμε; άγνωστο. Γι' αυτό καλύτερα μην το διακινδυνεύσουμε,
ας γυρίσουμε προς τον τοίχο τις φωτογραφίες των νεκρών κι ας κοιμηθούμε λίγο. Αφού όλα είναι ανώφελα κι εδώ που ζήσαμε
θα κατοικήσει κάποτε η λήθη.»

«Απογευματινό Τσάι»

«Απ’ όλα μπορείς να σωθείς εκτός απ’ τη νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό που δεν το θυμάσαι»

«Δειλινό στη Γέφυρα»
«Κι άξαφνα μια μέρα, όπως καθόμουν, αναπήδησα γιατί κατάλαβα πως η ζωή δεν είναι αιώνια, ήταν μάλιστα τόσοι πολλοί οι ηλίθιοι που μου εύχονταν στα γενέθλιά μου «χρόνια πολλά», που ξέχασα ολότελα πως μια μέρα θα πεθάνω – κι ύστερα είχα τόσα πράγματα να σκεφτώ: τη νύχτα που ερχόταν, το διάβολο που σώπαινε, την πόρτα που δεν ωφελούσε, όσο για το μυστικό το είχα καλά ράψει στη φόδρα του παλτού μου, για μεγαλύτερη ασφάλεια όμως φώναξα έναν παλαιοπώλη και του πούλησα το παλτό, αλλά και πάλι ήμουν ανήσυχος, «κι αν αυτοί στο τέλος ανακάλυψαν την αλήθεια» σκεφτόμουν, πήγα λοιπόν και πέταξα τα λεφτά στον υπόνομο – από τότε κοιμάμαι ήσυχος»

«Ιστορίες για το Χειμώνα»
«Ώσπου ένα πρωί ξυπνάς με την πεποίθηση ότι μες στον ύπνο σου βρήκες επιτέλους τον αληθινό προορισμό σου—ντύθηκα βιαστικά κι αποχαιρέτησα τους δικούς μου παίζοντας μια υπέροχη μελωδία πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού, ω, μη γελάτε γιατί τα πράγματα έχουν δυο όψεις κι εγώ προτιμώ την πιο συναρπαστική – και αδιάκοπα αυτή η αίσθηση ότι δεν μπορέσαμε να ζήσουμε ποτέ την αληθινή μας ζωή κι έμεινε για πάντα εκεί στα σκοτεινά (γι’ αυτό τα βράδια σωπαίνουμε κι αφουγκραζόμαστε το σκοτάδι) –
                 ω, μελαγχολία του απείρου
ας σηκώσουμε το ποτήρι μας κι ας πιούμε εις υγείαν της συμπόνιας, γιατί δε θα γνωρίσει ποτέ ο ένας τον άλλον
σαν τη μητέρα το ίδιο βράδυ που πέθανε ο πατέρας πήρε
απ’ το συρτάρι κάτι κοριτσίστικες κορδέλες
και τις έδεσε στα μαλλιά της για να δείξει ότι ο κόσμος
δε χάθηκε ακόμα
κι ότι ίσως έχουμε καιρό»    

Αποσπάσματα από το «Μικρό Βιβλίο για Μεγάλα Όνειρα» του Τάσου Λειβαδίτη. 


*Σ.τ.Μ.: Από τα αγαπημένα μου το «Μικρό Βιβλίο για Μεγάλα Όνειρα» και από τους αγαπημένους μου ο Τάσος Λειβαδίτης.
Ονειρευτείτε με Όνειρα Μεγάλα! Τα γενέθλια μας θυμίζουν πως ο χρόνος περνάει γρηγορά! Αλλά και ευχάριστα όταν ταξιδεύουμε με Όνειρα Μεγάλα!