*Σ.τ.Μ: Σημείωμα της Μεταφράστριας

Η επιλογή του ονόματος του blog είναι ένας τρόπος απόδοσης φόρου τιμής στους αφανείς ήρωες, στους άγνωστους μεταφραστές, που πάντα μένουν στο περιθώριο. Σε αυτούς που το έργο τους συνήθως δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και το όνομά τους δεν αναφέρεται συχνά. Σε όλους αυτούς, που για πολλούς πρέπει να ξέρουν τα πάντα, αλλά για τους περισσότερους δεν κάνουν τίποτα. Είναι μια απάντηση στην ερώτηση: «Με τί ασχολείσαι; Α! Το σπούδασες;» και σε σχόλια τύπου: «Σιγά, μωρέ τη δουλειά! Ανοίγεις λεξικό, βρίσκεις λέξη, κλείνεις λεξικό». Η μετάφραση είναι πολλά παραπάνω από λεξικά και ηλεκτρονικά προγράμματα και η δουλειά του μεταφραστή δεν περιορίζεται στο τέλος μια σελίδας υπό το σύμβολο Σ.τ.Μ! Κι αν για πολλούς, οι μεταφραστές είναι «αόρατοι», εδώ συμμεριζόμαστε την άποψη του M. Serres για τους μεταφραστές, σύμφωνα με την οποία, οι μεταφραστές πρέπει να αποτελέσουν αναπόσπαστο κομμάτι της συντροφιάς των αγγέλων και να μην ξεχνούν ότι ... les pires Anges se voient; les meilleurs disparaissent…(οι χειρότεροι άγγελοι είναι ορατοί, οι καλύτεροι εξαφανίζονται). Με αυτό το blog θα εξαφανιστούμε σίγουρα, παναπεί θα γίνουμε καλύτεροι!

*Σ.τ.Μ.: Κι αν νομίζετε ότι σ’ αυτό το blog θα βρείτε μόνο Μεταφραστικά, γελιέστε! Σε αυτή την πόλη των Αγγέλων…ο Θεός είναι η Γλώσσα, την οποία και θα υμνούμε! ΕυΛόγησον!

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Γυρίζω τις Πλάτες μου στο Μέλλον...


Και αφού σε προηγούμενη ανάρτηση είπαμε κάποια βασικά για το παρελθόν και τους χρόνους του, εδώ επιβάλλεται, να μιλήσω για το Μέλλον∙ ή αν θέλετε, για τη Ζωή Μετά! Και θα καταλάβετε ευθύς αμέσως τι εννοώ! Η θέση του ρηματικού μέλλοντος βρίσκεται στον πυρήνα της ύπαρξης και διαμορφώνει την εικόνα που έχουμε για το νόημα της ζωής και την προσωπική μας στάση απέναντι σε αυτό το νόημα! Αλήθεια, δεν είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι οι άνθρωποι ανέπτυξαν γραμματικούς κανόνες, οι οποίοι επιτρέπουν εκφωνήματα με λογικό ειρμό για το (άγνωστο) αύριο; Ο πολιτισμός των Μάγια φαίνεται ότι είχε καταγράψει έναν χρονικό ορίζοντα που ξεπερνούσε κατά πολύ τις εκτιμήσεις άλλων αντίστοιχων πολιτισμών (το 2012 πλησιάζει!). Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι τα ρήματα σε μη ενεστώτα χρόνο δεν είναι καν ρήματα και ο Ιερός Αυγουστίνος έγραφε: «Τι είναι λοιπόν ο χρόνος; Αν δεν με ρωτήσει κανείς, ξέρω. Αν θελήσω να το εξηγήσω σε κάποιον που ρωτάει, δεν ξέρω». Σε ένα μεγάλο βαθμό, η χρήση των μελλοντικών εκφράσεων συνδέθηκε με τη θρησκεία και την ύπαρξη του Θεού, αφού «μόνο ο χρόνος του Θεού είναι το αιώνιο παρόν», και οι πνευματικές δραστηριότητες, όπως η μετάνοια, η προσευχή, η υπόσχεση πίστης στο Θεό, μόνο «εν χρόνω» μπορούν να προσλάβουν νόημα. Αυτού του τύπου η επιχειρηματολογία εξοβελίστηκε με τον Διαφωτισμό και από κει και πέρα υπάρχουν ένα σωρό υποθέσεις και απόψεις για το μέλλον και την γλωσσική έκφρασή του.  Ο νεοφλοιός, το τμήμα εκείνο του εγκεφάλου που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα πρωτόγονα θηλαστικά, οφείλεται για τις εκφράσεις προβλεπτικότητας, αβεβαιότητας, προνοητικότητας, φόβου και ελπίδας, για τις εκφράσεις σε μέλλοντα γενικότερα. Πώς θα ήταν άραγε η ζωή σε ένα απόλυτο παρόν, που θα περιόριζε τις εκφράσεις μας μέχρι την επόμενη βδομάδα;  Και πώς μπορούμε να μιλάμε για το αύριο, χωρίς στην ουσία να ξέρουμε κάτι γι' αυτό; Το μόνο σίγουρο είναι ο θάνατος! Για καμία άλλη πράξη δεν μπορούμε να εκφραστούμε με σιγουριά κι ακρίβεια. Αλλά αν κάποιος πει: "Εγώ δεν θα πεθάνω ποτέ", θα τον πιστέψει κανείς; Μάλλον όχι! Στους «Αριθμημένους» (1956), ένα έργο του Κανέττι, παρουσιάζεται μια φανταστική πόλη στην οποία ο κάθε κάτοικος ονομάζεται με έναν αριθμό. Ο αριθμός αυτός δείχνει και τη διάρκεια ζωής του κάθε ανθρώπου. Για παράδειγμα, ένα παιδί που λέγεται "Δέκα" έχει λίγο χρόνο ζωής γιατί ξέρει ότι στα δέκα του χρόνια θα πεθάνει, ενώ κάποιος που έχει το όνομα "Ογδόντα" απολαμβάνει τη ζωή του και ξέρει ότι έχει πολύ χρόνο για να διασκεδάσει. Κανείς δεν ζει περισσότερο ή λιγότερο από αυτό που λέει το όνομα του. Όταν φτάνει η “Στιγμή” (Augenblick) του καθενός, αποχαιρετά αυτή τη ζωή! Σ’ αυτήν την πόλη απαγορεύεται στους πολίτες να αποκαλύψουν την ημερομηνία γέννησής τους ή να κουτσομπολέψουν την ημερομηνία γέννησης κάποιου άλλου. Ο καθένας τους φορά στο λαιμό του ένα μενταγιόν με σφραγισμένο καπάκι, και μόνο ο Φύλακας των Μενταγιόν σπάζει το καπάκι τη στιγμή του θανάτου -μόνο αυτός επιτρέπεται να το κάνει- και επιβεβαιώνει ότι ο αριθμός στο μενταγιόν και το «βαπτιστικό» όνομα συμπίπτουν απόλυτα. Τότε εμφανίζεται σ' αυτήν την παράξενη πόλη ένας επαναστατικός τύπος, ο οποίος είναι γεμάτος από την κορυφή ως τα νύχια με ελευθερία∙ αυτήν την ελευθερία, που προσφέρει απλόχερα το αόριστο και άγνωστο μέλλον! Προτείνει, λοιπόν, να ρισκάρουν και να δουν οι ίδιοι το περιεχόμενο των μενταγιόν τους. Και ασφαλώς δικαιώνεται καθώς τα μενταγιόν είναι άδεια. Κανένας αριθμός δεν υπάρχει εκεί μέσα. Η νίκη του, όμως, είναι διφορούμενη, αφού ο μέλλοντας χρόνος και η αβεβαιότητά του, προκαλούν τον πανικό στους υπόλοιπους κατοίκους της πόλης. Η φανταστική ιστορία του Κανέττι, δείχνει το φόβο του μέλλοντος. Η ελευθερία και η αβεβαιότητα του μέλλοντος μπορεί να πορεύονται χέρι-χέρι, αλλά τα "μελλούμενα" στην καθημερινή ζωή και τη γλώσσα μας έχουν τις αρνητικές, πολλές φορές βασανιστικές, πλευρές. Αναρωτιέμαι αν όλα αυτά που ξεστομίζουμε σε χρόνο μέλλοντα, για όνειρα και ελπίδες μας κάνουν πραγματικά να πηγαίνουμε μπροστά ή κατασπαταλούν το λιγοστό απόθεμα του χρόνου που μας απομένει; Μπορούν οι προτάσεις μας με μελλοντικό ρηματικό χρόνο να μας χαρίσουν και την ελευθερία, αφού τη συνοδοιπορούσα της ελευθερίας αβεβαιότητα μας την χαρίζουν σίγουρα; Ή κάθε φορά είναι σαν να μας τραβάει κάποιος την καρέκλα, πριν προλάβουμε να κάτσουμε; Αυτό που έχει σημασία είναι η σαφής αντίληψη του χρόνου. Τί σημασία έχει να μιλάμε για δέκα εκατομμύρια χρόνια, ή είκοσι γενιές μετά, αν δεν μπορούμε να αντιληφθούμε αυτούς τους «χρονικούς» αριθμούς και γιατί να εκφραστούμε γλωσσικά για Τότε; Σημασία, λοιπόν, έχει να αντιλαμβανόμαστε το χρόνο και οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μας, να νιώθουμε, να αντιδρούμε, να εκφραζόμαστε και να ζούμε όσα περνούν απ’ τη ζωή μας, πριν μας χτυπήσει την πόρτα ο Φύλακας του Μενταγιόν μας!

*Σ.τ.Μ.: Εύχομαι να μην ψυχοπλακώθηκε κανείς…Απολαύστε το χρόνο και Δρεπετεύστε!!!
http://www.youtube.com/watch?v=Q5AWmLBDB9E

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Σε Μένα οι Λέξεις Μοιάζουν σαν Πουλιά...


Κι αφού από την προηγούμενη ανάρτηση έχουμε και λένε για τις λέξεις…σε μένα οι λέξεις μοιάζουν σαν πουλιά. Για να ’μαι ειλικρινής, σαν τα πουλιά μου φεύγουν απ’ τα χέρια. Οι σπάνιες λέξεις είναι σπάνια πουλιά, οι άλλες, οι κοινόχρηστες, είναι πουλιά συνηθισμένα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως κι αυτά δεν θέλουν τη φροντίδα μας. Υπάρχουν λέξεις που κρυώνουνε και ίσως να πεθαίνουν κιόλας απ’ το κρύο. Όμως ένα καλό που έχουνε οι λέξεις, δεν το έχουνε οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι ζούνε μια φορά. Αντίθετα, εκείνες μπορούνε ν’ αναστηθούν, ίσως γιατί στ’ αλήθεια δεν πεθαίνουν ποτέ. Ξέρετε τι παθαίνουν; Απολιθώνονται και κάθονται καρτερικά και περιμένουν σαν το παιχνίδι με τα αγάλματα. Ποιον περιμένουν; Εγώ νομίζω πως μπορεί να περιμένουνε κι εμένα. Δεν λέω μονάχα εμένα. Νομίζω, όμως, πως έχουν τις ελπίδες τους στηρίξει στα παιδιά. Είναι πουλιά από πηλό που περιμένουνε να τα ζεστάνουμε με την ανάσα μας. Λέω «αμέθυστος» και κάτι αστράφτει, λέω «αμάραντος» και γίνομαι μεγάλη σαν βουνό, λέω «ζαρκάδι» και μπροστά μου ανοίγεται ένας κάμπος.
Πάντως δεν φέρονται στις λέξεις όλοι οι άνθρωποι το ίδιο. Υπάρχουνε πολλοί που φέρονται καθώς ο κυνηγός που έμαθε σκοποβολή βάζοντας στόχο την καρδιά ενός αηδονιού. Άλλοι πάλι στήνουνε δόκανα να πιάσουν τις πιο σπάνιες. Είναι οι συλλέκτες. Αυτοί τις βάζουν σε κλουβιά και τις επιδεικνύουν. Οι πιο άκαρδοι μάλιστα τις ταριχεύουν κιόλας! Τότε τις βλέπεις σε σαλόνια, ακίνητες με ανοιχτά φτερά. Πολλοί τις λέξεις τις θεωρούνε φαίνεται ένα νόστιμο μεζέ. Τις πιο μικρές και τρυφερές τις κάνουν μια χαψιά. Οι πιο σπάταλοι από αυτούς τις φτύνουν κιόλας. Άλλοι πάλι παίζουν μαζί τους επικίνδυνα παιχνίδια, όπως η γάτα μου προχθές που για ένα γούστο σκότωσε ένα τόσο δα παπαγαλάκι κι έπειτα το παράτησε νεκρό στην τσιμεντένια αυλή. Εγώ, όταν μεγαλώσω, δεν θα ’θελα να μοιάσω με κανέναν από αυτούς. Γι’ αυτό και λέω μέσα μου μια λέξη μαγική: λέω τη λέξη «άψινθος». Και τώρα, θα ρωτήσετε, τι πάει να πει. Και δε μου λέτε, άμα την ξέρατε, θα ήτανε μια λέξη μαγική;


*Σ.τ.Μ.: Ένα απίστευτα όμορφο, κατά τη γνώμη μου, απόσπασμα από τους Θεματικούς Κύκλους Έκφραση-Έκθεση Γ’ Λυκείου. Ποιος να το φανταζόταν ότι θα το ξανάπιανα στα χέρια μου;!

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Κυνόδοντας!

Το μόνο που υπάρχει στον κόσμο του Κυνόδοντα είναι η οικογένεια. Και οι ζωές των παιδιών περιορίζονται στους τοίχους του πατρικού τους σπιτιού. Για αυτά τα παιδιά ζόμπι είναι τα μικρά κίτρινα λουλούδια, τα αεροπλάνα που πετάν πάνω από το σπίτι είναι απλά παιχνίδια που εύχονται να πέσουν και η γάτα είναι από τα πιο άγρια ζώα που υπάρχουν γι' αυτό και πρέπει να προφυλάσσονται από αυτήν. Οι γονείς (σχιζοφρενείς κατά τη γνώμη μου) δίνουν άλλες σημασίες στις λέξεις που τα παιδιά ρωτούν τί σημαίνουν. Και άντε μετά να βγάλεις άκρη! Τα καημένα τα παιδιά μπορούν να φύγουν από το σπίτι, σύμφωνα με τους κανόνες του μπαμπά, μόνο όταν πέσει ένας από τους κυνόδοντες. Ο αριστερός ή ο δεξής, δεν έχει σημασία. Δηλαδή, ποτέ! Ξεκινάμε από την ταινία και καταλήγουμε στην εξής ερώτηση: Πώς γεννιούνται πράγματι οι λέξεις;
Ο Γάλλος γλωσσολόγος F. Saussure έλεγε ότι το γλωσσικό σημείο, η λέξη, είναι ο συνδυασμός μιας  ορισμένης έννοιας προς ένα τυχαίο συγκεκριμένο συνδυασμό φθόγγων  (arbitration). Το ότι μερικές λέξεις δεν έχουν την ίδια σημασία, ενώ είναι φθογγικά όμοιες, αυτό οφείλεται, λέει ο Saussure, στη μετατόπιση σχέσεων εννοίας, όπως π.χ. η λατινική λέξη  necare = σκοτώνω που έγινε στα γαλλικά noyer = πνίγω. Την άποψη αυτή συμμερίζεται  ο Μπαμπινιώτης, ο οποίος σχετικά με τον τρόπο δημιουργίας της γλώσσας λέει ότι το γλωσσικό σημείο (η λέξη) είναι αυθαίρετο (arbirtaite). Αποτελεί  τον συνδυασμό μιας ορισμένης σημασίας και έχει μια ορισμένη μορφή (διαδοχή φθόγγων).  Η σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου είναι συμβατή και δεν υπάρχει κανείς εσωτερικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ σημασίας και ακουστικής εικόνας, ενώ οι λέξεις είναι ορισμένοι κατά γλώσσα συνδυασμοί φθόγγων  που με την σειρά τους συνδέονται προς ορισμένες σημασίες, δηλαδή συνθέτουν την γλώσσα.... Σε αυτή τη διαδικασία «αυθαιρεσίας», λέει ο Μπαμπινιώτης ότι δεν πρέπει να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μερικά γλωσσικά στοιχεία, όπως  επιφωνήματα, ρυθμικές επαναλήψεις ήχων, κραυγές ζώων κ.τ.λ., τα οποία αποτελούν περιθωριακά στοιχεία της γλώσσας, χωρίς σημαντικό οργανικό  λειτουργικό ρόλο μέσα  στο σύστημα της γλώσσας και γενικά δεν πρέπει να υπερτιμάται η σημασία τους στην  γλώσσα.
Και στις δυο περιπτώσεις παρατηρούμε την άποψη ότι η σχέση λέξης και σημασίας είναι αυθαίρετη. Είναι τυχαίο δηλαδή που την καρέκλα τη λέμε καρέκλα και όχι τραπέζι. Είναι σαν να υπάρχει ένα άτυπο συμφωνητικό μεταξύ των ομιλητών, οι οποίοι κάθε φορά συνεννοούνται για το πώς θα ονομάσουν οτιδήποτε.
Εγώ πάλι πιστεύω ότι υπάρχει κάποια αιτιολογική συσχέτιση μεταξύ ονόματος και σημασίας και ότι τα ονόματα δεν δίνονται συμβατικά και αυθαίρετα. Αν οι λέξεις ήταν τυχαίοι συνδυασμοί φθόγγων που τους αποδόθηκε μια σημασία,  δεν θα υπήρχε συνεννόηση, αφού τότε πώς θα ξέραμε αν μιλάμε π.χ. για ένα ή πολλά, για αρσενικό ή θηλυκό, για  ουσιαστικό, ρήμα ή επίθετο κ.τ.λ.; Επίσης, για να «δεχθούμε» ουσιαστικά μια λέξη, αυτό που σημαίνει θα πρέπει να μας είναι λογικό, δίκαιο, αποδεκτό, ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε το!

*Σ.τ.Μ.1: Επίσης, τι εννοεί ο κ. Μπαμπινιώτης, όταν λέει οτι τα επιφωνήματα ή οι επαναλήψεις ήχων δεν πρέπει να υπερτιμώνται και οτι αποτελούν περιθωριακά στοιχεία της γλώσσας; Είναι τα ούστ, ουφ, αχ, ποπό, αχ-βαχ, ψιτ, ξου, όπα…περιθωριακά στοιχεία της γλώσσας; Μπορεί ο Αλκαίος να τραγουδάει ελληνικά αλλά για τίτλο τραγουδιού διάλεξε ένα περιθωριακό γλωσσικό στοιχείο (ΟΠΑ!) Χαμένοι είμαστε στην Eurovision!

*Σ.τ.Μ.2: Δείτε την ταινία Κυνόδοντας (2009), σε σκηνοθεσία Γίωργου Λάνθιμου. Είναι ενδιαφέρουσα από γλωσσολογική και οχι μόνο άποψη.

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Νευροτομές...


Ως επί των πλείστον, όταν αναφερόμαστε στα νεύρα μας δεν είναι για καλό! Λέμε, π.χ. «τα νεύρα μου τσατάλια», «μου τη δίνει στα νεύρα», «νευρίασα», «νευρόσπασμα», «τα νεύρα μου κουρέλια» κ.α. Πώς μπορούμε να απαλλαχτούμε από τους κακούς αυτούς συνειρμούς, δηλαδή πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε θετικά τα νεύρα μας; Την απάντηση την δίνουν οι Γλωσσολόγοι και συγκεκριμένα οι Νευρογλωσσολόγοι.
Η Νευρογλωσσολογία είναι ένας από τους κλάδους της Γλωσσολογίας, η οποία μελετά κατά βάση, τις εγκεφαλικές βάσεις του λόγου, τη συνεισφορά δηλαδή του νευρικού συστήματος στην ικανότητα του ανθρώπου για…γλώσσα.
Έχουμε, λοιπόν, δυο κατηγορίες οπτικοκινητικών νευρώνων: τους κανονικούς (canonical neurons) και τους κατοπτρικούς (mirror neurons). Οι κανονικοί νευρώνες ενεργοποιούνται είτε όταν εκτελούμε συγκεκριμένες κινητικές πράξεις, οι οποίες εμπλέκουν κάποιο τρισδιάστατο αντικείμενο, είτε απλώς όταν παρατηρούμε το εν λόγω αντικείμενο. Για παράδειγμα, βλέποντας ένα φλιτζάνι καφέ ενεργοποιούνται χάρη σε αυτούς τους νευρώνες, οι κινητικές αναπαραστάσεις, που θα μας επιτρέψουν να σηκώσουμε το φλιτζάνι και να πιούμε καφέ.
Οι κατοπτρικοί τώρα νευρώνες, που έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά με τους κανονικούς, ενεργοποιούνται είτε όταν εκτελούμε μια πράξη είτε όταν βλέπουμε κάποιον άλλον να την εκτελεί. Σε αυτήν την περίπτωση, οι κατοπτρικοί νευρώνες ενεργοποιούνται αν για παράδειγμα δούμε κάποιον άλλον να πίνει καφέ και όχι απλώς το φλιτζάνι με το καφέ.
Οι Γλωσσολόγοι κατέληξαν, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι δεδομένων των χαρακτηριστικών τους, οι παραπάνω νευρώνες μπορούν να υποβοηθήσουν γνωστικές λειτουργίες, όπως η αποθήκευση γλωσσικής πληροφορίας στη μακροπρόθεσμη μνήμη και ως εκ τούτου να παίξουν σημαντικό ρόλο στη μάθηση. Όσον αφορά στην εκμάθηση ξένων γλωσσών συγκεκριμένα, με έρευνα που έγινε στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού της Ιταλίας, διαπιστώθηκε ότι όσο περισσότερο εμπλέκονται οι παραπάνω νευρώνες κατά τη διδασκαλία τόσο περισσότερο ενισχύεται η αποθήκευση των πληροφοριών της γλώσσας-στόχου στην επεισοδική μνήμη (episodic memory), που είναι ένα από τα δυο συστατικά της ρητής μνήμης (explicit memory) και που παρουσιάζει συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με το άλλο συστατικό της, τη σημασιολογική μνήμη (semantic memory), που είναι η μνήμη που εμπλέκουν οι παραδοσιακές μέθοδοι διδασκαλίας.


*Σ.τ.Μ.: Απ’ ότι καταλάβατε, λοιπόν, καθηγητές-τριες γλωσσών αλλά και όσοι μόνοι σας προσπαθείτε να μάθετε μια άλλη γλώσσα, ενεργοποιείστε τους νευρώνες σας και οτιδήποτε μαθαίνετε φροντίστε να το αναπαραστήσετε κιόλας ή να «παίρνετε μάτι» όταν το αναπαριστούν άλλοι! Έτσι μόνο θα το καταγράψετε στην επεισοδική σας μνήμη και επομένως θα το θυμάστε for ever!

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Holy Spirit...

Του Αγίου Πνεύματος...και είπα να μείνω στη μεγάλη και σημαντικότατη αυτή γιορτή της ορθοδοξίας και των απανταχού της γης πιστών(!) Όχι για να μιλήσω για άσπρα περιστέρια και για τους «ανθρώπους του πνεύματος» για τους οποίους είναι αργία, αλλά για να συνδέσω κατά μιαν έννοια τα θρησκευτικά με τα μεταφραστικά.
Η μετάφραση της Βίβλου αποτέλεσε έναν από τους βασικούς σταθμούς στην εξελικτική πορεία της μετάφρασης και ένα ακόμα σημείο στην ιστορία της, όπου το δίλημμα «κατά λέξη» ή «ελεύθερη» μετάφραση για την επίτευξη της ισοδυναμίας πραγματικά απασχόλησε την εποχή εκείνη, καθώς αφορούσε ένα άκρως αμφιλεγόμενο ζήτημα, αυτό της μετάφρασης ενός θρησκευτικού βιβλίου. Το 384 μ.Χ. ο Πάπας Δάμασος ανέθεσε στον Άγιο Ιερώνυμο τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης. Ο Άγιος Ιερώνυμος επηρεασμένος προφανώς από την προθετικότητα του συγκεκριμένου κειμένου καθώς και την ιδιότητα του, απαίτησε την «κατά γράμμα πιστότητα» στη μετάφραση της Αγίας Γραφής υποστηρίζοντας πως ακόμα και η σειρά των λέξεων αποτελεί «μυστήριο ιερό και απαραβίαστο». Η πρώτη μετάφραση της Βίβλου στο σύνολό της έγινε στο διάστημα 1380-1384 από το θεολόγο J. Wycliffe (1320-1384), ο οποίος υποστήριξε ότι εφόσον η Βίβλος απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, θα πρέπει να διατίθεται και σε γλώσσα κατανοητή για αυτούς με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ως αιρετικός. Το 1408 ο J. Purvey (1354-1428) προέβη σε αναθεώρηση της μεταφρασμένης Βίβλου από τον J. Wycliffe, αποσαφηνίζοντας ότι ο στόχος της μετάφρασης της Βίβλου δεν είναι άλλος από το να γίνει αυτή κατανοητή στον απλό κόσμο, επομένως πρέπει να προσαρμοστεί στην καθημερινή του γλώσσα. Την ίδια προοπτική είχε η μετάφραση της Καινής Διαθήκης από τον λόγιο W. Tyndale (1494-1536) το 1525. Τον 16ο αιώνα εμφανίστηκαν πολλές ακόμα μεταφράσεις της Βίβλου σε διάφορες γλώσσες, ενώ ο ρόλος των μεταφράσεων αυτών ποτέ δεν έπαψε να είναι βαρύνουσας σημασίας στις πολιτικές και δογματικές διαμάχες. Σε γενικές γραμμές, οι μεταφραστές της Βίβλου κατά τον 16ο αιώνα εστίαζαν την προσοχή τους όχι μόνο στη συνεχή ροή του κειμένου και τα κατανοητά νοήματα αλλά και στην ακρίβεια, την πιστότητα της έκφρασης και το ύφος. Η «βιβλική» προσέγγιση της μετάφρασης, επηρέασε πολλούς μεταγενέστερους θεωρητικούς, σύμφωνα με τους οποίους η διατήρηση του νοήματος υπερισχύει της μορφής και η κατανόηση του μεταφράσματος προέχει της πιστότητας του ύφους.


*Σ.τ.Μ.: Του Αγίου Πνεύματος και για τους μη προνομιούχους-άπιστους είναι μια ακόμα εργάσιμη μέρα…Μακάρι κάποιος μεταφραστής της Βίβλου να είχε κάνει μια παρατυπία! Να μετέφραζε ότι «αυτή την ημέρα κανείς δεν δουλεύει, αλλά προσεύχεται σε παραλίες και κοινωνεί φραπέδες...» Βοήθειά μας!

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Γλώσσες Φαντάσματα!

Σύμφωνα με τον Άτλαντα των Γλωσσών που Απειλούνται με Εξαφάνιση της UNESCO, οι μισές από τις 6.000 γλώσσες που ομιλούνται ανά τον κόσμο κινδυνεύουν ή βρίσκονται υπό εξαφάνιση, ενώ ορισμένοι Γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι κάθε 2 βδομάδες εξαφανίζεται μια γλώσσα σε κάποιο σημείο του πλανήτη μας. Κι όταν λέμε εξαφανίζονται γλώσσες, προφανώς και εννοούμε  τις ελάσσονες, μειονοτικές ή περιφερειακές γλώσσες, αυτές δηλαδή που βρίσκονται υπό την πίεση των μειζόνων, ισχυρών ή εθνικών γλωσσών.
Λέγεται ότι η άφιξη των Πορτογάλων στη Βραζιλία, οδήγησε στην εξαφάνιση του 75% των γλωσσών που ομιλούνταν στη χώρα. Και στο έργο του βραζιλιάνου συγγραφέα Αφόνσο Ενρίκες δε Λίμα Μπαρέτο, με τίτλο «Το θλιβερό τέλος του Πολύκαρπου Κουαρέσμα», ο ήρωας του βιβλίου Πολύκαρπος, πιέζει το Κοινοβούλιο να επιβάλει ως επίσημη τη γλώσσα των ιθαγενών Τουπί, που την θεωρεί ανώτερη από την αποικιοκρατική πορτογαλική.
Όταν οι ηλικιωμένοι ελληνόφωνοι της νότιας Ιταλίας στις αρχές της δεκαετίας του '80 απέφευγαν να μιλάνε τη γλώσσα τους στα εγγόνια τους, γιατί τη θεωρούσαν ανασταλτική για την πρόοδο τους, έλειπε από τη γλωσσική τους ομάδα η αναγκαία θεσμοθέτηση που θα μπορούσε να καταστήσει αυτονόητη τη χρήση της γλώσσας στο εσωτερικό της οικογένειας.
Από την άλλη μεριά, η έλλειψη νομικού καθεστώτος είναι σε ορισμένες περιπτώσεις προτιμότερη από την νομιμοποίηση και τον χαρακτηρισμό μιας γλώσσας ως μειονοτική. Η ουαλική γλώσσα ομιλείται από περίπου 500.000 Ουαλούς. Το βρετανικό κράτος το 1993 δημιούργησε το Συμβούλιο για την Ουαλική Γλώσσα, σώμα άσκησης γλωσσικής πολιτικής στην Ουαλία, που φέρει την ευ¬θύνη για την εφαρμογή του Νόμου για την Ουαλική Γλώσσα. Πολλοί Ουαλοί, όμως, είναι της άποψης ότι αυτός ο νόμος, ο οποίος προσδίδει στην ουα¬λική την ιδιότητα της μειονοτικής γλώσσας, περιορίζει τη χρήση της αντί να την εξαπλώνει, θεωρώντας την αυτονόητη από τη στιγμή που η ουαλική καταστεί αυτονόητη σε όλες τις καταστάσεις επικοινωνίας στο εσωτερικό της ουαλικής γλωσσικής κοινότητας.
Στην έκθεση Ευρωμωσαϊκό που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 1996, εξετάζονται οι διάφορες κοινωνικές και θεσμικές παράμετροι βάσει των οποίων παράγεται και αναπαράγεται μια γλωσσική μειονοτική ομάδα. Σημαντικό ρόλο για την παραγωγή και αναπαραγωγή μιας μειονοτικής γλώσσας παίζουν η οικογένεια, η εκπαίδευση και η ίδια η γλωσσική κοινότητα! Επομένως, θεωρείται απαραίτητη η ενίσχυση του γλωσσικού αισθήματος τόσο στην οικογένεια όσο και στην ίδια την κοινότητα, η ανάπτυξη της πολιτιστικής της αναπαραγωγής, η ενίσχυση της εκπαίδευσης και του κύρους της, η προβολή της αξίας της καθώς και η προώθηση της χρήσης της από τα μέσα ενημέρωσης. Η ευθύνη όμως για την άσκηση γλωσσικής πολιτικής βρίσκεται συνήθως στον κεντρικό κρατικό μηχανισμό.
Οι μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα είναι η Αρβανίτικη, η Αρωμούνικη ή (Κουτσο)Βλάχικη, η Πομακική, η ελληνική Ρομανί, η Σλαβομακεδονική και η Τουρκική. Κάποιες από αυτές χαρακτηρίστηκαν μειονοτικές και κάποιες είναι για πολλούς αόρατες ή γλώσσες-φαντάσματα! Τι να πει κανείς!;


*Σ.τ.Μ.: Συμπέρασμα; Με πολλές από τις μειονοτικές γλώσσες συμβαίνει ότι και με τα ζώα που βρίσκονται «υπό εξαφάνιση». Βρίσκονται υπό εξαφάνιση, ακριβώς επειδή κάποιοι τα κυνήγησαν μέχρι θανάτου και τα «ανάγκασαν» να εξαφανιστούν. Έτσι και πολλές γλώσσες αναγκάστηκαν να σβήσουν. Όπως υπάρχουν λαθροκυνηγοί, έτσι υπάρχουν και (λαθρο)αποικιοκράτες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μείζονες γλώσσες είναι και οι γλώσσες των αποικιοκρατών ενώ όσες ευρωπαϊκές χώρες δεν ενεπλάκησαν (ή δεν εμπλέκονται) στη διαδικασία της αποικιοκρατίας ταυτίζονται με την ίδια "απουσία" γλώσσας που αποδόθηκε στους ιθαγενείς κατοίκους του Νέου Κόσμου! Και στις δυο περιπτώσεις λαθροκυνηγών-(λαθρο)αποικιοκρατών όλα γίνονται για λόγους εξουσίας και εκμετάλλευσης! Δυστυχώς, ότι στέκεται εμπόδιο…απλά δεν υπάρχει ή εξαφανίζεται!

Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Εγχειρίδιο Βλακείας


29. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι υποτιμάμε τον αριθμό των βλακών ανάμεσά μας, αφού το κρίσιμο ποσοστό που όλοι γνωρίζουμε ότι υφίσταται σε κάθε τυχαία πληθυσμιακή ομάδα παραμένει ως σήμερα απροσδιόριστο. Και επειδή κάθε τόσο μας αιφνιδιάζουν με την ανοσία τους πρόσωπα «υπεράνω υποψίας», ανακαλύπτουμε ότι οι χοντροκέφαλοι είναι πολύ περισσότεροι από όσο μπορούσαμε να φανταστούμε. Αν δεχτούμε την κωδωνοειδή καμπύλη "κανονικής κατανομής" (ή καμπύλη Gauss,  απο το όνομα του γερμανού μαθηματικού) η οποία χρησιμοποιείται για την ανίχνευση διάφορων χαρακτηριστικών ενός πληθυσμού, έχουμε το λιγότερο ένα ποσοστό 25% βλακών σε κάθε κοινωνική ομάδα∙ ο ένας στους τέσσερις. Μάλλον δεν υπάρχει κανείς που να πιστεύει ένα τόσο μικρό νούμερο ∙όπου και να στρίψεις σε βλάκα θα πέσεις. Αυτό που φαίνεται να έχει καθολική ισχύ είναι πως όσοι είναι οι χάχες μεταξύ των παρκαδόρων είναι και μεταξύ των πανεπιστημιακών.  

30. Όσο περισσότερο απασχολεί την κοινωνία ένα φαινόμενο (αλκοολισμός, βροχοπτώσεις, ανεργία κ.λπ.) τόσο μεγαλύτερη είναι η ποικιλία των λέξεων που χρησιμοποιούνται για να προσδιορίσουν με ακρίβεια όλες τις πτυχές του (λέγεται ότι οι Εσκιμώοι έχουν τις περισσότερες λέξεις για το λευκό). Μια ισχυρή ένδειξη για το πόσο αισθητή είναι η κοινωνική παρουσία των βλακών, άρα και το ποσοστό τους, είναι ο εκπληκτικός πλούτος των λέξεων για τον χαρακτηρισμό τους από την αρχαία ως τη σύγχρονη και τη νεανική ευρηματικότητα: νωθρός, άνους, μωρός, μώλυς, ευήθης, αμβλύς, βληχρός, αβδηρίτης, χαύνος, χάσκας, πελελός, αναίσθητος, αμβλύτης, νώθειος, άφρων, αμαθής, άσκεφτος, αερολόγος, κόρυζα, ζωντανό, ζωντόβολο, κουτορνίθι, κωθώνι, μάπας, βλάκας (με περικεφαλαία), πανίβλακας, ανόητος, ελαφρύς, γελοίος, μπουνταλάς, μπούφος, μπαρούφας, μπούρδας, χάνος, ψάρι, βλήμα, σερσέμης, χαϊβάνι, πίπιζας, τούβλο, ντουβάρι, χαλβάς, χάχας, κούτσουρο, μούσμουλο, χοντροκέφαλος, στενόμυαλος, ελαφρόμυαλος, ορνιθόμυαλος, μωροπίστευτος, φυγόμυαλος, κουφιοκέφαλος, κοντόφθαλμος, στενοκέφαλος, σκατοκέφαλος, σαχλαμάρας, αφελής, κοιμήσης, κοιμισμένος, νυχτωμένος, ύπνος, απτάλης, αχμάκης, ζευζέκης, στούρνος, στουρνάρι, πίτουρας, χάπι, χάπατο, φιόγκος, κολοκύθας, κεφάλας.

31. Και: στόκος, κάλος, μπάμιας, φελλός, καθυστερημένος, σκατόμυαλος, κοκορόμυαλος, ζαβός, ηλίθιος, λειψός, κλούβιος, θέατρο, κουτεντές, κουτούλιακας, στραβάδι, ντιπ (ντιπ για ντιπ), βραδύνους, σκράπας, αγαθός, αγαθιάρης, αγαθοκλής, αγαθοψώλης, αγαθομούνα, μικρόμυαλος, μικρονοϊκός, μυγοχάφτης, απόμωρος, ζαβλακωμένος, θεόκουτος, νταμάρι, ζώο, βόδι, μοσχάρι, κρέας, σαχλός, σαχλαμπούχλας, τρίχας, φάβας, χαζοχαρούμενος, άχυρο, χαμένος, χαζοβιόλης, μουρόχαβλος, κλαπανάρας, κρετίνος, αποβλακωμένος, παρμένος, μύωψ, κορόιδο, πατάτας, πιλάφας, καζάνας, τουφεκαλεύρης, ξυλοσχίστης, ρόζος, ανεγκέφαλος, πτηνοκέφαλος, ελαφροκέφαλος, μπουσδούκος, μπουζουκοκέφαλος, νούμερο, γκαβός, κόπανος, μέτριος, λίγος, ανίκανος, ανεπαρκής, χύμα, σκόρπιος, καδρόνι, ανερμάτιστος, γκαφατζής, μηδέν, τίποτα, μπουμπούνας, μπουμπουνοκέφαλος, μπαγλαμάς, πλημμύρας, παπάρας, παπαρόπουλος, κώτσος, όρνιο, πρόβατο, κοκωβιός, κότα, χήνα, κλώσα, βλαμμένος, βλακόμουτρο, βλακέντιος, τενεκές, βλήτο, ούφο, βούρλο, μόγγολο, Νταού, χόρτο, φυτό, μπάζο, Γκαούρ, Γκούφι, γκαγκά, γκάου, κουλός, γεια σου, φλοπ και το λεξιλόγιο διαρκώς εμπλουτίζεται.

32. Εννοείται ότι η κορωνίδα όλων είναι η πολυσήμαντη και κάτω από κάθε γλώσσα λέξη μαλάκας (το επίθετο μαλακός είναι συγγενές του βλάκας) και εμφαντικά πολύ μαλάκας ή ένας μαλάκας και μισός ή βαρύς μαλάκας ή πολλά κιλά μαλάκας για τις ιδιάζουσες περιπτώσεις. Συν τα παράγωγά της μαλακοπίτουρας, μαλακοκαύλης, μαλακαντρέας, μαλακόπτηνος, μαλακόβιος, μαλακιστήρι, μαλακοφέρνει, μαλακοδείχνει, αρχιμαλάκας, αρχοντομαλάκας, χαζομαλάκας, χοντρομαλάκας, μαλακοκυριλές, λεβεντομαλάκας, μαλάκας-κλάσικ, και τα ομοειδή πεοκρούστης, ψωλοβρόντης, τρόμπας, μινάρας, παπαροπλημμύρας. Η αξεπέραστη λέξη μαλάκας αποδίδει εναργέστατα την καθ' έξη ροπή του βλάκα σε βλακώδεις ενέργειες ή την αυτοϊκανοποίηση του βλάκα που κάθε φορά νομίζει ότι κάτι πέτυχε. Και σε πάμπολλες περιπτώσεις δεν περιορίζεται απλώς και μόνο στην έννοια της βλακείας, αλλά αποδίδει και μια ορισμένη μομφή για κάποια μικρή ή μεγάλη απρέπεια, ότι πέρασες τα εσκαμμένα∙ τα λεγόμενα «μαλακία έκανες», «κοφ’ τις μαλακίες», «δεν μπορώ τις μαλακίες» είναι και μια επαναφορά στην τάξη.

33. Λες μαλάκας και καθάρισες.
Δεν υπάρχει ιδεωδέστερη λέξη άμεσης και καταλυτικής προσωπικής κριτικής. Οι λέξεις μαλάκας, μαλακία και τα παράγωγά τους χρησιμοποιούνται για πρόσωπα και καταστάσεις που ξέφυγαν της κοινής λογικής ή των ηθικών και αισθητικών κριτηρίων. Ένα καλλιτεχνικό έργο, μια πολιτική δήλωση ή ενέργεια απαξιώνονται μονολεκτικά και αστραπιαία ως «μαλακία». Δεν χρειάζεται να εξηγήσεις τίποτα∙ δεν υπάρχει ίσως ο χρόνος, η διάθεση ή και η ικανότητα για εμβάθυνση, μα αποδίδει το τελικό συμπέρασμα που σχηματίστηκε μέσα σου. Χρησιμοποιείται ακόμα και ως αυτοκριτική: «τι βλέπεις; μαλακίες» (ανοησίες, μπούρδες), «τι κάνεις; μαλακίες» (τίποτα άξιο λόγου, κάτι που δεν μου αρμόζει). «Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας», λέει ο ατσαλάκωτος παρουσιαστής από την οθόνη, έτοιμος να ξεκινήσει το τροπάρι του, και ο βαριεστημένος τηλεθεατής, που έχει πάρει χαμπάρι πια τι νούμερο είναι, του απαντάει ενδόμυχα και κάποτε μουρμουριστά «καλώς τον μαλάκα».

38. Το μυαλό δεν έχει ζύγια.
Έχουν παρουσιαστεί κατά καιρούς διάφορες κλίμακες μέτρησης, μεταξύ των οποίων και το περιβόητο IQ (Intelligence Quotient), που φιλοδοξούν να ζυγίσουν τη νοημοσύνη μας. Η διαφορά επίδοσης σε αυτά τα τεστ "γρήγορης αντίληψης" αποτυπώνει μάλλον το παρελθόν των εξεταζόμενων παρά το μέλλον τους∙ άλλη ετοιμότητα διαθέτει το παιδί της μεγαλούπολης και άλλη της περιφέρειας, του ανώτερου κύκλου από του εργατικού σπιτιού. Και σε κάθε περίπτωση ο δείκτης ευφυΐας (το σκορ) που εξάγεται με αυτά τα τεστ είναι ένα μέτρο μεγέθους της σχολικής ικανότητας και τίποτα παραπάνω∙ «σκάρτα ζύγια» δηλαδή, αφού χαρακτήρας, κρίση, πείρα και πρωτοβουλία, που είναι όροι επιτυχίας στη ζωή, δεν μαθαίνονται στα βιβλία. Ο «μετρημένα» εξυπνότερος της τάξης, του σχολείου, της πόλης, της χώρας, του κόσμου είναι κάπως σαν τον τίτλο των καλλιστείων∙ την όποια αξία του διατηρεί μόνο μεταξύ εκείνων που διαγωνίστηκαν. Γι’ αυτό βλέπεις ξαφνικά μια πωλήτρια καταστήματος που μπροστά της σβήνουν όλες οι Μις και οι Σταρ της δεκαετίας.   


*Σ.τ.Μ.: Κάποια αποσπάσματα από το μικρό αλλά θαυματουργό βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου "Εγχειρίδιο Βλακείας" (εκδόσεις: ΤΟΠΟΣ). Αποφάσισα να γράψω γι’ αυτό, για δυο λόγους: 1ον γιατί το συγκεκριμένο κομμάτι είναι "δικό μας", ταιριάζει σ’ αυτό το blog δηλαδή, καθώς έχει ένα κάρο λέξεις και πραγματεύεται ένα θέμα, αυτό του πλούτου του λεξιλογίου ανάλογα με τις "έγνοιες" της εκάστοτε κοινωνίας (σίγουρα θ’ ασχοληθώ και στο μέλλον πιο διεξοδικά).
2ον διότι είναι ένα από τα πιο ωραία βιβλία που έχω διαβάσει! Ευφυέστατο, αν και διαπραγματεύεται ακριβώς το αντίθετο, ευανάγνωστο, περιεκτικό, ευχάριστο και για να το αφήσετε από τα χέρια σας, πρέπει πρώτα να το τελειώσετε! Το συνιστώ ανεπιφύλακτα! Μετά την ανάγνωση του, σίγουρα θα νιώθετε "λιγότερο ή περισσότερο βλάκες", ανάλογα σε ποια κατηγορία κατατάσσετε τον εαυτό σας τώρα!            

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Γλωσσοδαρμένα Ύψη

Διάβασα πριν μερικούς μήνες στο ένθετο Εικόνες της εφημερίδας Έθνος ένα άρθρο, που πολύ μου άρεσε. Και μου άρεσε γιατί δείχνει το «ύψος» στο οποίο μπορεί να φτάσει η γλώσσα κατά την «ανάπτυξή» της. Όπως ένας άνθρωπος μεγαλώνει, εξελίσσεται, αναπτύσσεται και ψηλώνει, έτσι και η γλώσσα, ως ζωντανός οργανισμός κι αυτή, ανανεώνεται, εμπλουτίζεται με νέες προσθήκες, μεγαλώνει και αναπτύσσεται και όπως φαίνεται μπορεί να φτάσει σε μεγάλο (γλωσσοδαρμένο) ύψος...
Έτσι, νέες έννοιες που εμφανίζονται στη ζωή μας, κάπως πρέπει να τις ονομάσουμε:

Frenemy: Από το friend και το enemy. Πρωτοεμφανίστηκε το 1953 στον γραπτό λόγο, αλλά έγινε διάσημο αρκετές δεκαετίες μετά, μέσα από το Sex&TheCity. Αναφέρεται σε σχέσεις, όπου ο εχθρός μεταμφιέζεται σε κολλητό και υπονομεύει ποικιλοτρόπως τον υποτιθέμενο φίλο του.

Bromance: Αποτελεί συνδυασμό των λέξεων brother και romance προκειμένου να επεξηγήσει τον ισχυρό αλλά ξεκάθαρα ετεροφυλικό δεσμό μεταξύ δυο αντρών.

Webisode: Από τις λέξεις web και episode. Είναι το επεισόδιο τηλεοπτικού σίριαλ ή σόου που αναμεταδίδεται σε κάποιο site, όπως είναι για παράδειγμα το greek-movies.com

Vlog: Συνδυασμός των video και blog, δηλαδή πρόκειται για το blog που περιέχει και βιντεάκια. (Το δικό μου blog που δεν έχει βιντεάκια, αλλά links, που οδηγούν σε βιντεάκια, πώς να λέγεται;)

Pregorexia: Συνδυασμός του pregnant (έγκυος) και του κλασικού –ορέξια (βλ. ανορεξία) και αναφέρεται στη νέα τάση, που θέλει τις γυναίκες σε ενδιαφέρουσα να πασχίζουν να μη βάλουν γραμμάριο και να παραμείνουν στο small size, ακόμα και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Sexting: Από το sex και το texting (στέλνω sms). Περιγράφει την αποστολή πικάντικων μηνυμάτων και φωτογραφιών μέσω του κινητού.

*Σ.τ.Μ.: Νομίζω ότι πρόκειται για καθαρά γλωσσικά παιχνίδια! Αν σκεφτείτε μπορείτε να δημιουργήσετε πλήθος τέτοιων λέξεων! Καλό παιχνίδι, λοιπόν, και Γλωσσοδαρθείτε...

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Πίσω απο τις Λέξεις...έχει Συννεφιά!


Στην εκπομπή του Λάκη Λαζόπουλου της προηγούμενης βδομάδας, όπως πάντα υπήρχε σχόλιο για τα πολύ καλά ελληνικά του Πρωθυπουργού μας και το γεγονός ότι δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη αν δεν διαβάζει τα σκονάκια του(!) Και το αμέσως επόμενο σχόλιο του Λαζόπουλου ήταν, όχι τόσο το ότι ο Πρωθυπουργός δεν μιλάει καλά ελληνικά (τουλάχιστον μιλάει αγγλικά, να’ ναι καλά το Yale) αλλά το ότι της Λέξης προηγείται η Σκέψη κι αν σου λείπουν λέξεις, σου λείπουν σκέψεις! Και κάπου εκεί, άδραξα την ευκαιρία!
Σύμφωνα με έρευνες, σκέψη και λέξη δεν συνδέονται μεταξύ τους με δεσμά που προϋπάρχουν, δηλαδή που υπάρχουν εξ’ αρχής, αλλά είναι προϊόντα της ανθρώπινης εξέλιξης. Ακόμα και στα μικρά παιδιά, διαπιστώνεται ένα προνοητικό στάδιο κατά τη διαμόρφωση της γλώσσας και ένα προγλωσσικό στάδιο στην εξέλιξη της σκέψης! Αυτή η σχέση, λοιπόν, δημιουργείται, μεταβάλλεται και επεκτείνεται προς όλες τις πλευρές της ανθρώπινης εξέλιξης.
Από την άλλη όμως, δεν μπορούμε να φανταστούμε τη λέξη και τη σκέψη ως δυο ανεξάρτητα στοιχεία που εξελίσσονται παράλληλα και τέμνονται μόνο σε κάποια σημεία της εξελικτικής πορείας. Το σημείο στο οποίο σκοντάφτουμε είναι ακριβώς το ότι λαμβάνουμε τη λέξη και τη νόηση ως δυο ετερογενείς δραστηριότητες της συνείδησης. Χωρίζουμε δηλαδή την ολότητα (συνείδηση) σε δυο μέρη (λέξη και σκέψη), τα οποία όμως δεν περιέχουν όσες ιδιότητες ανήκουν στην ολότητα και έτσι εξ’ αρχής αποκλείεται η διαδικασία ανίχνευσης αυτών των ιδιοτήτων! Προκειμένου να ξεπεράσουμε αυτό το εμπόδιο, αρκεί να αντικαταστήσουμε τη λέξη με τη σημασία της λέξης.
Η σημασία της λέξης δεν επιδέχεται περαιτέρω διαίρεση και επιπλέον δεν μπορούμε να πούμε αν αποτελεί φαινόμενο μόνο της γλώσσας ή φαινόμενο μόνο της νόησης, αφού από τη μια η σημασία είναι απαραίτητο στοιχείο της λέξης (λέξη χωρίς σημασία δεν είναι λέξη) και από την άλλη ο σχηματισμός έννοιας, δηλαδή σημασίας, είναι μια καθαρά νοητική πράξη! Επομένως, η σημασία της λέξης είναι ταυτόχρονα ένα γλωσσικό αλλά και ένα νοητικό φαινόμενο, είναι η ενότητα λέξης και σκέψης!
Στο σημείο αυτό θα μπορούσε ο καθένας να πει: «Ναι, αλλά μια λέξη μπορεί να έχει περισσότερες από μια σημασίες και τι πραγματικά συμβαίνει σ' αυτήν την περίπτωση;»  Η απάντηση είναι απλή. Όσες σημασίες και να έχει μια λέξη πολλές φορές βρισκόμαστε σε θέση να λέμε "δεν μπορώ να το πω με λέξεις" ή "μακάρι να έβρισκα ακριβώς τη λέξη που θέλω για να καταλάβεις τι έχω στο μυαλό μου".  Πάντα, λοιπόν,  έχουμε κάτι στο μυαλό μας, ένα κρυφό μήνυμα, που όσες σημασίες κι αν έχουν οι λέξεις, δυσκολευόμαστε να το βρούμε και να το "πούμε", μένοντας με το πικρό παράπονο ότι η σκέψη μας δεν μπορεί να εκφραστεί γλωσσικά. Για να ξεπεράσουμε και να προσπεράσουμε αυτά τα παράπονα, ανοίγουμε νέους δρόμους από τη σκέψη στη λέξη μέσω καινούργιων σημασιών των λέξεων! Και αυτό δε θα σταματήσει ποτε! Διότι, όπως έχω ξαναπεί: τι άλλο μπορεί να χαρακτηρίσει περισσότερο τη γλώσσα απ’ ότι η ζωντάνια;
Και να πούμε και κάτι ακόμα: η σκέψη δεν είναι ο τελευταίος ή ο πρώτος σταθμός σε όλη αυτή τη διαδικασία. Δεν φέρνει η μια σκέψη την άλλη, ή διαφορετικά μια σκέψη δεν δημιουργείται έτσι από το πουθενά και μόνη της, αλλά προκύπτει από τα κίνητρα της συνείδησης μας, που δεν είναι τίποτα άλλο από τα πάθη και τις ορμές μας, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντά μας, τις συγκινήσεις και τις παρωθήσεις μας. Πίσω από τη σκέψη βρίσκονται συγκινησιακές και βουλητικές τάσεις. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την εξής εικόνα δοσμένη, ανεπανάληπτα εννοείται, από τον Βυγκότσκι: αν συγκρίναμε τη σκέψη με ένα κρεμάμενο σύννεφο, που ξεσπά σε μια βροχή λέξεων, τότε ο άνεμος που φυσά και κινεί το σύννεφο είναι τα κίνητρα της συνείδησης!

*Σ.τ.Μ.: Τώρα βγάλαμε σαφέστερα συμπεράσματα για τον Κύριο Πρωθυπουργό! Αν λάβουμε υπόψη μας το (ρόζ) σύννεφο των σκέψεών του (έτσι κι αλλιώς μόνο νεφελώδης μπορεί να είναι η κατάσταση στο μυαλό του) και τις σταγονούλες λέξεων που πέφτουν από το στόμα του μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τα κίνητρά του! Προτείνω να γίνουμε άνεμος και να φυσήξει κόντρα!!!

http://www.youtube.com/watch?v=2ho4-lpihc4

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Η Μνήμη είναι Τώρα


Πολλές φορές προσπαθώ να ξεχωρίσω τους χρόνους των ρημάτων μεταξύ τους - και το΄ χω πάθει με όλες τις γλώσσες που προσπαθώ να μάθω, ακόμα και με τα ελληνικά. Προσπαθώ δηλαδή σε κάθε περίπτωση να δημιουργήσω την εικόνα στο μυαλό μου για να καταλάβω ότι ναι, υπάρχει διαφορά μεταξύ αορίστου και παρατατικού, για παράδειγμα. «Χθές έπαιξα με τον μικρό μου αδερφό» και «Χθές έπαιζα με τον μικρό μου αδερφό», είναι δυο προτάσεις με παρελθοντικούς χρόνους και οι δυο, που το νόημα τους είναι ελαφρώς διαφορετικό και έχει να κάνει με την διάρκεια της πράξης. Στην πρώτη περίπτωση μιλάμε για μια στιγμιαία πράξη ή εν πάση περιπτώσει για μια πράξη που δεν διήρκεσε περισσότερο από την δεύτερη. Πόση σημασία έχει όμως η επιλογή του χρόνου, από τη στιγμή που δεν μας ενδιαφέρει να τονίσουμε τη διάρκεια της πράξης αλλά την ίδια την πράξη; Και αναφέρομαι εδώ συγκεκριμένα στους παρελθοντικούς χρόνους. Πόσο "επιτυχές' είναι το φαινόμενο της ύπαρξης χρόνων, απο τη ισχυρή βέβαια σκοπιά της γραμματικής, καθώς οι τρόποι με τους οποίους χρησιμοποιούμε το χρόνο παράγονται κυρίως από τη γραμματική του ρήματος; Και τέλος έχει το παρελθόν κάποια ύπαρξη εκτός γραμματικής;
 Κατ’ αρχάς να παρατηρήσουμε ότι συναντούμε διαφορετικές διαιρέσεις του χρόνου σε διαφορετικές κουλτούρες, αλλά υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που συμβάλουν στη διάρθρωση ή τη μεταβολή της αντίληψης του χρόνου. Τα φάρμακα, η εξάντληση, η πείνα, οι σχιζοφρενικές διαταραχές αλλά και το άγχος μπορούν να επιταχύνουν, να μετριάσουν ή να θολώσουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το χρόνο. Και είναι αποδεδειγμένο πλέον οτι το μυαλό μας έχει πολλούς τρόπους να μετρήσει τον χρόνο. Σκεφτείτε το εξής απλό: όσες προτάσεις και να εκφωνήσετε σε παρελθοντικούς χρόνους δεν παύουν να αποτελούν ένα παρόν ενέργημα. Λέγονται τώρα τη στιγμή που μιλάτε. Πάρτε ως παράδειγμα τη ψυχανάλυση. Τι παραπάνω μπορεί να είναι η ψυχανάλυση απο ένα εγχείρημα που σκοπό έχει να προσδώσει ουσιαστικό κύρος σε ένα γλωσσικό κατασκεύασμα του παρελθόντος; Ο ψυχαναλυτής προσπαθεί μέσα από τους ελεύθερους συνειρμούς και την ανάκληση εμπειριών να καταστήσει μια ανάμνηση σημαίνουσα. Όποια μεθοδολογία, όμως, κι αν ακολουθεί το αποτέλεσμα είναι πάντα γλωσσικό, αφού προσπαθεί να προσδιορίσει ένα "αληθινό και βιωμένο παρελθόν" μέσω γλωσσικών ακολουθιών σε παρελθοντικό χρόνο. Και όσο προσπαθεί να ξεθάψει την πραγματικότητα μέσω της γραμματικής, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, μια κυκλική διαδικασία, όπου η μια στιγμή τίκτει την προηγούμενη. Η ρήση του Κρότσε ότι «όλη η ιστορία είναι σύγχρονη ιστορία», αποδεικνύει ακριβώς ότι η ισχύς του παρελθόντος είναι «τρέχουσα ομιλία»!

Η Ώρα
 «Οι Κινέζοι διαβάζουν την ώρα μέσα στα μάτια των γάτων.
Μια μέρα, ένας μισθοφόρος που έκανε τη βόλτα του στα περίχωρα του Νάνκινγκ, διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει το ρολόι του και ρώτησε ένα αγόρι τί ώρα ήταν. Ο αλητάκος της Ουράνιας Αυτοκρατορίας δίστασε αρχικά, κατόπιν, όμως, θυμήθηκε κάτι, και απάντησε στο μισθοφόρο: "Θα σας πω αμέσως."
Λίγες στιγμές αργότερα, εμφανίστηκε κρατώντας στα χέρια του μια μεγάλη, χοντρή γάτα και, κοιτώντας το ασπράδι των ματιών της, διαβεβαίωσε τον άνθρωπο χωρίς δισταγμό: «Είναι λίγο πριν το μεσημέρι, κύριε». Πράγμα απολύτως σωστό.
Αλλά κι εγώ, όταν γέρνω πάνω στην ωραία Φελίν, που τόσο εύστοχα της έδωσαν αυτό το όνομα, στη Φελίν που τιμά το φύλο της και που είναι για μένα η περηφάνια της καρδιάς μου κι η ευωδία της ψυχής μου, τότε βλέπω, είτε είναι νύχτα, είτε μέρα, στο πιο λαμπρό φως ή στην πυκνότερη σκιά, βλέπω πεντακάθαρα στο βάθος των αξιολάτρευτων ματιών της τον χρόνο, τον ίδιο πάντα: έναν χρόνο μακρινό, γιορταστικό, μεγάλο σαν το κενό, χωρίς διαίρεση σε λεπτά και δευτερόλεπτα –ένα ακίνητο χρόνο, που δεν έχει ώρα κι όμως είναι ανάλαφρος σας στεναγμός και φευγαλέος σαν ένα βλέμμα.
Και αν κάποιος ενοχλητικός άνθρωπος ερχόταν να με ταράξει την ώρα που το βλέμμα μου ήταν προσηλωμένο στο χαριτωμένο αυτό ρολόι, αν κάποια ανυπόμονη ψυχή με ρωτούσε: «Μα τι ψάχνεις μες στα μάτια αυτού του πλάσματος; Μήπως τον χρόνο, σπάταλε και αργόσχολε θνητέ;», θα του απαντούσα χωρίς δισταγμό: «Ναι, τον χρόνο! Την αιωνιότητα!»

«Η Ώρα» - Σαρλ Μπωντλαίρ: Γάλλος ποιητής, γεννήθηκε στο Παρίσι το 1821 και πέθανε το 1867. Από τις διαπρεπέστερες φυσιογνωμίες της γαλλικής λογοτεχνίας. Σε όλη του τη ζωή υπέφερε από οικονομικά αδιέξοδα και τις εξαιρετικά οξυμένες σχέσεις με τους οικείους του. Θεωρείται ο δημιουργός της νεότερης ποίησης και ένας από τους κορυφαίους εκφραστές της. Η έκδοση του έργου του «Άνθη του Κακού», προκάλεσε σκάνδαλο και κατασχέθηκε αμέσως, χρεώνοντας τον με ένα εξαντλητικό χρηματικό ποσό ως πρόστιμο για προσβολή των χρηστών ηθών.
 
*Σ.τ.Μ.: Την επόμενη φορά που θα απευθυνθείτε για δουλειά σε κάποιο μεταφραστικό γραφείο και σας πουν ότι ψάχνουν μεταφραστές με εμπειρία, κάντε τους την παραπάνω ανάλυση και πείτε τους ότι εσείς έχετε εμπειρία στο Μέλλον! Δεν υπάρχει παρελθόν! Γιατί βλέπετε μπροστά…

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Πιπέρι στη Γλώσσα



Πόσες φορές έχετε ακούσει τη γλυκιά μανούλα (τη δικιά σας ή άλλων) να φωνάζει «Πιπέρι στη Γλώσσα», όταν ακούει το πιτσιρικάκι της να λέει μια «κακιά» λέξη; Και, πάλι, πόσες φορές έχετε ακούσει το κοινότυπο «Δεν υπάρχουν πρόστυχες λέξεις, πρόστυχα μυαλά υπάρχουν». Σύμφωνα με τους Cameron & Kulick, η κοινωνιογλωσσολογία θεωρεί ότι με τη γλωσσική χρήση επιτελούμε, μεταξύ άλλων, «πράξεις ταυτότητας». Το ζήτημα της ταυτότητας προτιμήθηκε ως πλατφόρμα για τη μελέτη της γλώσσας και της σεξουαλικότητας. Έτσι η πρόταση για μετακίνηση του ενδιαφέροντος προς την επιθυμία αποτελεί αντίδραση στην θεωρούμενη αποσιώπηση του ρητά σεξουαλικού λόγου: ενός λόγου που δεν θα αναφέρεται σε σεξουαλικές κατηγορίες, αλλά σε επιθυμίες και πρακτικές. Η queer γλωσσολογία (queer linguistics) είναι η προσέγγιση για τη μελέτη της γλώσσας σε σχέση με τη σεξουαλικότητα. Η queer γλωσσολογία φέρνει στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο η  ηγεμονική ετεροφυλοφιλία ρυθμίζει τη σεξουαλικότητα και τους τρόπους με τους οποίους διαπραγματευόμαστε τις σεξουαλικότητες, οι οποίες παρεκκλίνουν από τη νόρμα(!). Η μελέτη της γλώσσας και της σεξουαλικότητας εστίασε αρχικά στην ενδεικτική σχέση της γλωσσικής παραγωγής με σεξουαλικές ταυτότητες και συνδέθηκε με τις πολιτικές ταυτότητας που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο ομάδων, όπως το γκέι και το λεσβιακό κίνημα. Ωστόσο, το ενδιαφέρον σταδιακά μετακινήθηκε προς τη μελέτη της σεξουαλικότητας ως επιθυμίας που υπερβαίνει ζητήματα ταυτότητας. Συζητήσεις χωρίς ενοχή για θέματα, όπως ο ρομαντικός ή (όχι και τόσο) έρωτας, η επιδίωξη της ηδονής, η φετιχιστική επιθυμία, αλλά και το φλερτ, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα ή οι φαντασιώσεις, αποτυπώνονται με εξαίρετο τρόπο στην ποίηση και τη λογοτεχνία.. Πολλοί μελετητές της γλώσσας, ποιητές και συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με λιξιλόγιο που αναφέρεται στη γενετήσια πράξη. Τα περισσότερα αναπτύσσουν το θέμα τους με έμμεσο, υπαινικτικό ή συμβολικό-αλληγορικό τρόπο. Το ευπρεπές λεξιλόγιο, που αποφεύγει την ωμή κυριολεξία, είναι ο κανόνας. Ακόμη και ο τολμηρός για την εποχή του ομοερωτισμός του Καβάφη είναι διατυπωμένος σε γλώσσα “καθώς πρέπει”. Δεν λείπουν όμως και οι εξαιρέσεις. Πολλές από αυτές κινούνται στον χώρο της σάτιρας, όπως η σάτιρα του Αρχίλοχου και του Αριστοφάνη είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος της ελευθεροστομίας και ανεξιγλωσσίας. Μια επίσης γνωστή περίπτωση είναι τα δημοτικά Γαμοτράγουδα. Παρακάτω, παραθέτω κάποια αποσπάσματα ή ποιήματα, που έχω πρόχειρα, όπου ο σεξουαλικός λόγος ρέει με αφθονία...
Πάρτε…μια γεύση:

«Θα σου φυσήξω φλόγα μελανοκάνθαρε!
Αύριο λέξη μητρική
πορνοδύτης πορνοκόπος πορνομύστης
πορνοσκόπος ΠορνοΩμέγα
κι αγριοχόρταρο ξερό ξανθομαλλούσα Ρένα
στο δάσος – τι χυσιματάρα!»


Νίκος Καρούζος



«Το πλάσμα, που είχε μπροστά του, ήταν το ομορφότερο κομψοτέχνημα, που είχε δει ποτέ στη ζωή του. Το καλλίγραμμο σώμα της φανέρωνε ολοκληρωμένη γυναίκα. Το στήθος της γεμάτο και καμπυλόγραμμο, ξεπρόβαλε υπέροχα στητό. Οι ρόγες της ορθές και σκληρές, με ένα σκουρόχρωμο χρώμα σαν καμένη καραμέλα. Η κοιλιά της ίσια χωρίς ραβδώσεις και δίπλες, κατέληγε στον μαγικό της κόσμο χαμηλά, στο αιδοίο της, όπου μόλις είχε αρχίσει να φυτρώνει ένα μικρό υφάνσιμο θαμνάκι. «Θα είναι το πολύ δεκατεσσάρων ετών», σκέφτηκε αναμμένος ο καπετάνιος με τον ανδρισμό του να έχει φτάσει στον αφαλό.
    «Μη φοβάσαι», της ψιθύρισε στο αυτί μειλίχια. «Δεν θα σε πειράξω. Θα παίξουμε ένα παιχνιδάκι, που θα αρέσει και σε σένα», συνέχισε χωρίς να ξέρει αν τον καταλαβαίνει ή όχι. Το βαρύ του χέρι κατέβηκε χαμηλά, κάτω στα σκέλια της και αναζήτησε το σημείο ερεθισμού της. Με το άλλο, άρχισε να κατεβάζει το φαρδύ παντελόνι του, μέχρι που η ολοκληρωμένη στύση του πετάχτηκε σπαρταριστά έξω ψάχνοντας απεγνωσμένα για συντροφιά.»

Ας ξημερώσει κι αύριο Θεέ μου...- Δημήτρης Ράντογλου
 
Ν’ αποπλανάς αγγέλους μόνο στο άψε-σβήσε:
Στριμωξ’τον νέτα-σκέτα στου σπιτιού την μπάση
Τη γλώσσα χωσ’ στο στόμα του, το χέρι ας φτάσει
Κάτω απ’ τη φούστα, ώσπου να χύσει, στήσε
Την όψη του στον τοίχο, σήκωσ’ το φουστάνι
Και γάμησέ τον. Κι αν βογγάει απ’ το γαμήσι
Σφιξ’ τον γερά και κάνε τον διπλά να χύσει
Αλλιώς στα χέρια σου ένα σοκ θα σ’ τον ξεκάνει

Πες του όλο χάρη με τον πισινό να σείεται
Πες του τα΄αρχίδια σου απαλά να σου τα πιάσει
Πες του ‘αφοβα ν απέσει κάτω, να ησυχάσει
Στη γλύκα, όσο ακόμα ανάμεσα ουρανού και γης κρεμιέται

Αλλά στα μάτια, όσο γαμάς, μην τον κοιτάξεις
Και τις φτερούγες του, άνθρωπέ μου, μην του σπάζεις.


Η Αποπλάνηση των Αγγέλων - Μπέρτολτ Μπρεχτ
Μετάφραση: Γιώργος Βελουδής



Εγώ ο άμετρος, που ζω μετρίως, στα τρία μου
σας γράφω, φίλοι να το ξέρετε ! Σο-
βαρά ποθώ χυδαία να σας ξεχέσω
— ανάγκη δεν σας έχω. . . μήτε χρεία μου !
Στο πήδημα τα λόγια φτιάχνουν καύλα :
το χαίρεται ο γαμιάς να λέει γα-μή-σι
— κι αυτός, που λέξεις έχει να σκορπίσει,
ποτέ του δεν θα κοιμηθεί σε τάβλα.
Γαμίκουλες καλούς η γλώσσα θα ’χει στέψει,
μόνο όταν το κοράσι τους πιπώσει
στεγνά κι αγρίως — κοντά στο νου κι η γνώση.
Στεγνός στο πνεύμα μόνο μην και μείνω !
Η τέχνη του άντρα λέει : γαμώ με σκέψη∙
κι η πολυτέλεια : να γελάω, όταν χύνω !

Σάουνα και συνουσία - Μπέρτολτ Μπρεχτ,
μετάφραση:  Γiώργος Κεντρωτής


«Οι εταίρες είναι εδώ και πουθενά
πολλοί τις λεν απλώς πουθάνες»


Αριστοτέλης Νικολαίδης




Και, βέβαια, όχι δεν συναντάμε τις «κακές» λέξεις και τα «κακά» νοήματα μόνο σε βιβλία για μεγάλους.

«Μπορώ να έρθω να μείνω μέσα σου;»
«Τώρα ξέρω γιατί ήμουν τόσο μόνο μου για τόσον πολύ, πάρα πολύ καιρό – περίμενα τη σημερινή μέρα. Έλα σε παρακαλώ και μείνε μέσα μου και μην πάψεις να ζεις μέσα μου ώσπου κι οι δυο να πάψουμε να ζούμε»

Από το παραμύθι του E. Cummings «Το σπίτι που έφαγε κουνουπόπιτα»

*Σ.τ.Μ.: Ε ρε τί σου είναι αυτή η «Γλώσσα»!Πόσα πράγματα μπορείς να πεις και να κάνεις!Σηκωθείτε …

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Η Γάτα και ο Διάβολος - Τζαίημς Τζόυς


Αγαπημένε μου Στήβι!

Τις προάλλες σου έστειλα μια ωραία τσίγγινη γατούλα γεμάτη λιχουδιές, αλλά ίσως να μην ξέρεις την ιστορία της γάτας του Μπωζανσί. Το Μπωζανσί είναι μια μικρούτσικη, παλιά πολιτειούλα στις όχθες του Λίγηρα, που είναι ο πιο μακρύς ποταμός σ’ όλη τη Γαλλία. Είναι και πολύ πλατύς ποταμός, τουλάχιστον για τη Γαλλία. Στο Μπωζανσί είναι τόσο πλατύς που θα χρειαζόταν να κάνει κανείς το λιγότερο χίλια βήματα, για να πάει απ’ τη μια όχθη στην άλλη.
Πολύ παλιά, λοιπόν, όταν οι κάτοικοι του Μπωζανσί ήθελαν να περάσουν αντίπερα έπρεπε να διασχίσουν το ρεύμα του ποταμού με ένα καράβι, γιατί γέφυρα τότε δεν υπήρχε. Να τη φτιάξουν οι ίδιοι δεν μπορούσαν αλλά ούτε και να πληρώσουν κάποιον γι’ αυτό. Τι άλλο πια να έκαναν; Ο διάβολος που, όπως ξέρεις, διαβάζει πάντα τις εφημερίδες, έμαθε για το πρόβλημά τους. Έβαλε τα καλά του και μια και δυο πήγε να κάνει μιαν επίσκεψη στο δήμαρχο του Μπωζανσί που τον έλεγαν Άλφρεντ Μπερν . Και του δημάρχου του άρεσε να φοράει φανταχτερά ρούχα. Φορούσε έναν άλικο μανδύα και κρέμαγε πάντα στο λαιμό του μια μεγάλη ολόχρυση αλυσίδα, ακόμα κι όταν κοιμόταν βαθιά, κουλουριασμένος στο κρεβάτι του, σαν  μωρό, με τα γόνατα μες στο στόμα του.
Ο διάβολος ανέφερε στο δήμαρχο αυτά που είχε διαβάσει στην εφημερίδα και του είπε ότι θα μπορούσε να χτίσει μια γέφυρα για να περνάνε όποτε ήθελαν οι κάτοικοι του Μπωζανσί στην αντίπερα όχθη. Τον διαβεβαίωσε ότι η γέφυρα που θα του έφτιαχνε θα’ ταν η τελειότερη όλων και θα’ ταν, μάλιστα, έτοιμη σε μια μόνο νύχτα. Ο δήμαρχος τον ρώτησε τι χρηματικό ποσό θα απαιτούσε να λάβει για την κατασκευή μις τέτοιας γέφυρας.
Τίποτε απολύτως, του απάντησε ο διάβολος. Το μόνο που ζητώ είναι να μου ανήκει ο πρώτος που θα περάσει πάνω απ’ τη γέφυρα. Σύμφωνοι, είπε ο δήμαρχος.
Ήρθε η νύχτα και οι κάτοικοι του Μπωζανσί έπεσαν να κοιμηθούν. Έπειτα ήρθε η αυγή. Και σαν κοίταξαν έξω απ’ τα παράθυρά τους, φώναξαν όλοι: Ω Λίγηρα! Τι καταπληκτική γέφυρα! Γιατί όλοι τους είδαν μια καταπληκτική, στέρεη, πέτρινη γέφυρα που ένωνε τις δυο όχθες του ποταμού.
Όλοι έτρεξαν κάτω, στην αρχή της γέφυρας, και κοίταξαν απέναντι. Εκεί στεκόταν ο διάβολος και περίμενε τον πρώτο που θα πέρναγε απέναντι. Κανείς, όμως, δεν κόταγε να πάει, γιατί όλοι τους φοβούνταν τον διάβολο.
Ξάφνου ακούστηκαν τρομπέτες – ήταν σημάδι πως όλοι έπρεπε να σιωπήσουν – και ο δήμαρχος, κύριος Άλφρεντ Μπερν, εμφανίστηκε με τον άλικο μανδύα του και τη βαριά, ολόχρυση αλυσίδα κρεμασμένη στον λαιμό του. Κρατούσε στο’ να του χέρι έναν κουβά νερό και κάτω από το μπράτσο-του άλλου του χεριού-κουβαλούσε μια γάτα. Μόλις τον είδε απ’ την άλλη μεριά ο διάβολος, σταμάτησε τον τρελό χορό του και έβαλε στ’αυτί του ένα μεγάλο χωνί που του χρησίμευε για να ακούει από πολύ μακριά. Μέσα στον κοσμάκη άρχισαν ψίθυροι και η γάτα κοίταξε προς τα πάνω, τον δήμαρχο, γιατί στην πολιτειούλα του Μπωζανσί επιτρέπεται στις γάτες να κοιτάζουν το δήμαρχο.
Όταν βαρέθηκε να τον κοιτάζει (γιατί ακόμα και μια γάτα βαριέται κάποια στιγμή να κοιτάζει έναν δήμαρχο), άρχισε να παίζει με τη βαριά, ολόχρυση αλυσίδα του.
Μόλις ο δήμαρχος πλησίασε στη γέφυρα, οι άνδρες κράτησαν την αναπνοή τους και οι γυναίκες το στόμα τους.
Ο δήμαρχος έβαλε τη γάτα πάνω στη γέφυρα και, πριν προλάβει κανείς να πει ή να κάνει κάτι –πλάτς-, έχυσε όλον τον κουβά με το νερό επάνω της.
Η γάτα, ανάμεσα στο νερό και στον διάβολο, έκανε γρήγορα την επιλογή της και, τρέχοντας με τα αυτάκια της κολλημένα στο κεφαλάκι της, πέρασε τη γέφυρα και φώλιασε στην αγκαλιά του διαβόλου.
Ο διάβολος καταφουρκίστηκε:
«Messieurs les Balgentiens» ούρλιαξε κι ακούστηκε ως την άλλη μεριά της γέφυρας «vous n’êtes pas de belles gens du tout! Vous n’êtes que des chats!»
Και στη γάτα είπε: «Viens ici, mon petit chat! Tu as peur, mon petit chou-chat ? Tu as froid mon pau petit chou-chat ? Viens ici, le diable t’emporte ! On va se chauffer tous les deux ».
Πήρε λοιπόν τη γάτα κι από’ δω παν’ κι άλλοι. Και από τότε λένε τους κατοίκους της πολιτειούλας «γάτες του Μπωζανσί». Αλλά η γέφυρα είναι ακόμη εκεί και τα παιδάκια τρέχουν, κάνουν ποδήλατο και παίζουν πάνω της.
Ελπίζω να σου αρέσει αυτή η ιστοριούλα.

Υ.Γ.: Ο διάβολος, συνήθως, μιλάει μιαν εντελώς δική του γλώσσα, που λέγεται αλαμπουρνέζικα, και κάνει ρίμες κατά πώς του’ ρχεται, αλλά, όταν είναι πολύ θυμωμένος, μιλάει πολύ κακά γαλλικά, αν και μερικοί που τον έχουν ακούσει, λένε πως η προφορά του είναι δουβλινέζικη.

«Άνθρωποι και Γάτες, Ανθολογία», μετάφραση:Γιούλη Τσίρου, εκδ: Το Ποντίκι.

*Σ.τ.Μ.: Ο Τζ. Τζόυς γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1882, όπου και σπούδασε φιλοσοφία και φιλολογία. Πολυταξιδεμένος, έζησε κυρίως στην Τεργέστη, τη Ζυρίχη και το Παρίσι, παραμένοντας ωστόσο βαθύτατα Ιρλανδός. Πέθανε στη Ζυρίχη το 1941. Η Γάτα και ο Διάβολος, είναι παλιό γαλλικό παραμύθι, που αναπλάθει ο Τζόυς.

Τα Φιλαράκια!


Ο κόσμος μας χωρίζεται σε δυο σφαίρες: στη σφαίρα της πραγματικής μας ζωής και στην μπλογκόσφαιρα, στη ζωή που μπορεί όλοι μας να κρύβουμε στο διαδίκτυο! Φίλους μπορούμε να έχουμε και στην μια και στην άλλη ζωή (εν πάση περιπτώσει σε κάθε ζωή)! Και όπως χαλάνε οι σχέσεις μας με τους φίλους στην πραγματική ζωή και άρα φτάνουμε στη θλιβερή διαπίστωση «Ποτέ δεν ήταν πραγματικός φίλος», το ίδιο μπορεί να συμβεί και στη διαδικτυακή ζωή! Όχι, δεν θα κάνουμε σεμινάριο «Πώς να τα πάτε καλά με τους φίλους σας». Όλος αυτός ο πρόλογος έγινε για να αναφέρουμε οτι σύμφωνα με το New Oxford American Dictionary η λέξη ‘unfriend’ είναι «η λέξη της χρονιάς» για το 2009 και σημαίνει ακριβώς «καταργώ-διαγράφω κάποιον από φίλο μου» ή «αποφιλοποιώ» π.χ. από το facebook! Είδατε πόσο ωραία η γλώσσα ονοματοθετεί το περιβάλλον γύρω μας και οτιδήποτε νέο υπεισέρχεται σε αυτό; Αυτό είναι ζωντάνια!

*Σ.τ.Μ.: Ως συνώνυμο του ‘unfriend’ εμφανίζεται το ‘defriend’

http://www.crn.com/software/221900035;jsessionid=DPXSFNO0XS2JPQE1GHPCKH4ATMY32JVN

http://www.southparkstudios.com/episodes/267112

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν!

Άκρως επίκαιρος ο τίτλος, αλλά οχι δεν αναφερόμαστε σε καμία «πραγματική» πτώχευση! Αντιθέτως, αναφερόμαστε σε αντίστοιχες δηλώσεις, που θα μπορούσαν πολλοί να κάνουν για τη γλώσσα, ισχυριζόμενοι πως οι «ξενόφερτες», «νεόφερτες», «ξένες» -και με διάφορα ακόμη κοσμητικά επίθετα, που στολίζουν τα τσιτάτα τους- λέξεις, δυστυχώς, πτωχαίνουν την απεριορίστου πλούτου και κάλλους, τρισενδόξου, αρχαιοτάτου και θεογενούς λαλιάς μας!
«Όπως τα πράγματα, έτσι και οι λέξεις τους παλιώνουν». Τσιτάτο, αυτή τη φορά, του αγαπημένου Δάσκαλου Γιώργου Κεντρωτή! Στο πέρασμα του χρόνου, λοιπόν, κάποιες λέξεις χάνουν τη σημασία τους, άλλες αποκτούν περισσότερες σημασίες και άλλες λιγότερες – δηλαδή, χάνονται, εμπλουτίζονται ή φθίνουν - και αυτό ενώ η κάθε γλώσσα βρίσκεται σε επαφή με άλλες! Για ποιό λόγο να ανησυχούμε για την "εισβολή" ξένων λέξεων στη γλώσσα μας, από τη στιγμή που με αυτόν τον τρόπο γίνεται ακριβώς το αντίθετο από αυτό που πολλοί ισχυρίζονται; Με αυτόν τον τρόπο γίνεται πιο πλούσια και όχι πιο φτωχή! Μήπως το πρόβλημα - και σε ευρύτερο πλαίσιο- οφείλεται στο γεγονός ότι ως Έλληνες Δ.εν Ν.οιαζόμαστε Τ.όσο και δεν λαμβάνουμε σωστές αποφάσεις για το πώς μπορούμε να «προστατέψουμε τον πλούτο» μας; Μήπως θα μπορούσαμε να συσχετίσουμε τέτοιες απόψεις με το γεγονός ότι η Ελλάδα τελικά είναι ξενοφοβική και ουδεμία σχέση έχει με τη φιλοξενία της, ακόμα και γλωσσική, για την οποία αυτοπροβάλλεται; Ή έχει καμία σχέση με το γεγονός ότι η Ελλάδα γενικότερα στην καινοτομία κατατάσσεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις τη Ευρωπαικής Ένωσης, σταθερά πολύ χαμηλότερα του κοινοτικού μέσου όρου; Αλλά, σιγά το πράγμα, εδω που τα λέμε! Εδώ, «δεν υπάρχει σάλιο» -τσιτάτο του Λοβέρδου, αυτή τη φορά- και εμείς θα μιλάμε για καινοτομίες, ξενοφοβίες και εμπλουτισμούς ή πτωχεύσεις της γλώσσας; Και όταν λέμε καινοτομία, δεν εννοούμε την καινοτομία απλώς με τη μορφή της τεχνολογίας αιχμής. Το πρόβλημα είναι ο γενικότερος φόβος απέναντι στο άλλο και το καινούργιο, κι ας είναι και λέξη!

*Σ.τ.Μ.: Τίς πταίει;

Νέα Βαβέλ

Πριν λίγο καιρό διάβασα στην εφημερίδα Τα Νέα ένα άρθρο για το το Ρέντινγκ. Μια πόλη 144.000 κατοίκων και βρίσκεται 64 χιλ δυτικά του Λονδίνου. Δεν είναι η δημογραφική του κατάσταση ή η γεωγραφική του θέση που προκαλεί το ενδιαφέρον, αλλά το γεγονός ότι στα σχολεία και τα σπίτια της πόλης αυτής μιλιούνται 150(!) διαφορετικές γλώσσες, πολλές από τις οποίες σπάνιες! Υπάρχουν εκείνοι που μιλούν την ακάν, μια διάλεκτο της Γκάνας, την κικέουα, από μια περιοχή της κεντρικής Αφρικής, τη ναχουάτλ, γλώσσα που τις ρίζες της βρίσκουμε στην εποχή των Αζτέκων, καθώς και την ινδική διάλεκτο τελουγκού. Οι προφανείς λόγοι που το Ρέντινγκ συγκέντρωσε όλους αυτούς τους ανθρώπους και κατ’ επέκταση τις γλώσσες αυτών, είναι ότι βρίσκεται κοντά στο Λονδίνο, αλλά όχι τόσο ώστε να έχει το ίδιο κόστος ζωής και ότι διαθέτει καλό δημόσιο σύστημα μέσων μεταφοράς, με αποτέλεσμα τα 64 χιλ. από το Λονδίνο να καλύπτονται εύκολα! Κάπως έτσι, συγκέντρωσε μετανάστες από κάθε γωνιά της γης: την Καραϊβική, την Ινδία, το Πακιστάν, την Ανατολική Αφρική, τη Νοτιοανατολική Ασία και πιο πρόσφατα από την Πολωνία, την Ουγγαρία και άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Η Σάρα Πάρις, εκπαιδευτικός στο Ρέντινγκ, υποστηρίζει πως η μικρή αυτή πόλη βρίσκεται στη πρωτοπορία μιας παγκόσμιας κοινότητας, που μια μέρα θα εξαπλωθεί σ’ όλον τον κόσμο. 

*Σ.τ.Μ.: Δεν έχω παρά να προσθέσω τον ενθουσιασμό μου για τέτοιους τόπους, όπου ακούγονται τόσες γλώσσες…

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Είμαστε (σ)το Περιθώριο...

 "  Τώρα, μπορεί πια ο καθένας να μιλά και κυρίως να γράφει, για την αγωνία της εποχής, το αδιέξοδο, την απανθρωπία του αιώνα, τη χρεωκοπία των ιδεολογιών, τη βαρβαρότητα της μηχανής, για δίκες, για ρήγματα, για φράγματα, για ενοχές, για γρανάζια.
   Όλα έχουν κωδικοποιηθεί, ταξινομηθεί, αποδελτιωθεί, έχουν περάσει στα λεξικά και στις εγκυκλοπαίδειες, προσφέρονται έτοιμα σε πακετάκια αυτοσερβιρίσματος, σε κάθε βαλάντιο προσιτά.
   Θα' ρθει ένας καιρός, που σε ζωολογικούς κήπους, σε τσίρκα και σε κέντρα παιδικής χαράς, θα συντηρούνται σε ειδικούς στεγανούς κλώβους, άνθρωποι-δείγματα μιας περασμένης εποχής, προς ικανοποίησιν της περιέργειας του κοινού και προς χρήσιν των σχολείων και των επίδοξων συγγραφέων."


Μανόλης Αναγνωστάκης - Το Περιθώριο '68-'69

*Σ.τ.Μ.: Χωρίς σχόλιο...

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Σκούπισμα, σφουγγάρισμα, μετάφραση…

«Οι μεταφραστές στη Γαλλία είναι είτε κάτι ανώνυμοι φουκαράδες, που δουλεύουν για ανελέητα αφεντικά, είτε φιλόλογοι δευτέρας διαλογής που ασυνείδητα και χωρίς καμία ικανότητα, όντας καπάτσοι και λειτουργώντας ως διαμεσολαβητές ανάμεσα στον εκδότη και το συγγραφέα, απολαμβάνουν αργομισθίες ως μεταφραστές μεγάλων ανδρών και εκμεταλλεύονται ανερυθρίαστα* αυτήν τη φλέβα χρυσού, ζώντας ως παράσιτο στο τρίχωμα του συγγραφέα». Ανατρίχιασα! Αυτά έγραφε, όμως, ο Georges Lafourcade, καθηγητής αγγλικής φιλολογίας, το 1945. Μια εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη από αυτή του M. Serres. Για τον Lafourcade, λοιπόν, όπως και για πολλούς άλλους, όπως θα δούμε στη συνέχεια, δεν υπάρχουν οι άγγελοι του Serres! Οι χαρακτηρισμοί για τον μεταφραστή ως επαγγελματία, το μεταφράζειν ως διαδικασία και το μετάφρασμα ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, από την αρχή της ιστορίας της μετάφρασης δίνουν και παίρνουν και στις περισσότερες των περιπτώσεων μοιάζουν με αυτές του Lafourcade. Ο M. Cronin, ένας από τους, κατά τη γνώμη μου, πιο συναρπαστικούς συγγραφείς του (σχετικά νεοσύστατου) κλάδου της Μεταφρασεολογίας, αναφέρει στο βιβλίο του ‘Translation and Globalization’, ένα άρθρο ενός περιοδικού, το οποίο προέτρεπε τις νοικοκυρές να βγάλουν έξτρα χαρτζιλίκι και να ενισχύσουν το οικογενειακό τους εισόδημα, κάνοντας μεταφράσεις! Αρκεί να γνώριζαν σε ικανοποιητικό επίπεδο μια ξένη γλώσσα και να είχαν στο σπίτι τους ένα καλό λεξικό!


*Σ.τ.Μ.: ανερυθρίαστα = ξεδιάντροπα
…και πράττουμε τα φαύλα, ανερυθρίαστα πλέον…- Τ. Παπατσώνης-