*Σ.τ.Μ: Σημείωμα της Μεταφράστριας

Η επιλογή του ονόματος του blog είναι ένας τρόπος απόδοσης φόρου τιμής στους αφανείς ήρωες, στους άγνωστους μεταφραστές, που πάντα μένουν στο περιθώριο. Σε αυτούς που το έργο τους συνήθως δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και το όνομά τους δεν αναφέρεται συχνά. Σε όλους αυτούς, που για πολλούς πρέπει να ξέρουν τα πάντα, αλλά για τους περισσότερους δεν κάνουν τίποτα. Είναι μια απάντηση στην ερώτηση: «Με τί ασχολείσαι; Α! Το σπούδασες;» και σε σχόλια τύπου: «Σιγά, μωρέ τη δουλειά! Ανοίγεις λεξικό, βρίσκεις λέξη, κλείνεις λεξικό». Η μετάφραση είναι πολλά παραπάνω από λεξικά και ηλεκτρονικά προγράμματα και η δουλειά του μεταφραστή δεν περιορίζεται στο τέλος μια σελίδας υπό το σύμβολο Σ.τ.Μ! Κι αν για πολλούς, οι μεταφραστές είναι «αόρατοι», εδώ συμμεριζόμαστε την άποψη του M. Serres για τους μεταφραστές, σύμφωνα με την οποία, οι μεταφραστές πρέπει να αποτελέσουν αναπόσπαστο κομμάτι της συντροφιάς των αγγέλων και να μην ξεχνούν ότι ... les pires Anges se voient; les meilleurs disparaissent…(οι χειρότεροι άγγελοι είναι ορατοί, οι καλύτεροι εξαφανίζονται). Με αυτό το blog θα εξαφανιστούμε σίγουρα, παναπεί θα γίνουμε καλύτεροι!

*Σ.τ.Μ.: Κι αν νομίζετε ότι σ’ αυτό το blog θα βρείτε μόνο Μεταφραστικά, γελιέστε! Σε αυτή την πόλη των Αγγέλων…ο Θεός είναι η Γλώσσα, την οποία και θα υμνούμε! ΕυΛόγησον!

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Γιατί εγώ ζω στον κόσμο τον δικό μου...

    Ο καθένας από εμάς ζει σ' έναν πραγματικό κόσμο και σε έναν φανταστικό κόσμο. Είναι αυτό που λέμε "στον κόσμο του"! Βέβαια, αυτήν την κατάσταση τη βιώνουμε όλοι μας. Ανεξαιρέτως! Όλοι δηλαδή αντιλαμβανόμαστε κάποια πράγματα αλλά το πώς θα τα ερμηνεύσουμε είναι άλλο θέμα. Σε μια παρόμοια διαδικασία εμπλέκονται και οι μεταφραστές κατά τη μεταφραστική διαδικασία, αν θεωρήσουμε ότι ο πραγματικός τους κόσμος είναι το πολιτισμικό, κοινωνικό κ.τ.λ. περιβάλλον στο οποίο ανατράφηκαν και ζουν και φανταστικός τους κόσμος, το πολιτισμικό, κοινωνικό κ.τ.λ. υπόβαθρό των ομιλούντων τη γλώσσα, που επιχειρούν να μεταφράσουν!  Οι δυσκολίες με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος ο κάθε μεταφραστής προκύπτουν «οποτεδήποτε δεν μπορούν να εφαρμοσθούν μεταξύ γλώσσας αφετηρίας και γλώσσας αφίξεως ισοδυναμίες του τύπου 1:1». Ο λόγος για τον οποίον δεν μπορούν πάντοτε να εντοπιστούν τέτοιου είδους ισοδυναμίες, έγκειται στο γεγονός, ότι η κάθε μια από τις υφιστάμενες γλωσσικές κοινότητες αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο την πραγματικότητα γύρω της και επομένως με διαφορετικό τρόπο την εκφράζει και με διαφορετικά γλωσσικά μέσα την καλύπτει. Κι αυτό είναι ένα φαινόμενο που οφείλεται στο διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο των διαφόρων λαών.
Πρώτος απ’ όλους ο J. G. Herder (1744-1803) προσδιόρισε την έννοια της Weltanschauung ή Weltansicht, την ύπαρξη δηλαδή μιας κοσμοθεωρίας ή κοσμοθεώρησης σε κάθε γλώσσα. Για τον Herder ο κάθε λαός παγιώνει τις εμπειρίες και την αντίληψή του για τον κόσμο με έναν συγκεκριμένο τρόπο και υπό μια ορισμένη μορφή, μεταβιβάζοντάς τα στις επόμενες γενιές. Την ίδια άποψη ενστερνίζεται και ο W. Humboldt (1767-1835), ο οποίος θέτει ως βασικό ζήτημα της Γλωσσολογίας τη λειτουργία αυτή της γλώσσας να εκφράζει την πραγματικότητα με βάση μια κοσμοθεωρία, τονίζοντας μάλιστα πως η ανομοιότητα των γλωσσών δεν είναι ζήτημα «ήχων και σημείων» αλλά «κοσμοθεωρίας». Η ίδια άποψη επιβεβαιώνεται εν συνεχεία στην «υπόθεση Sapir-Whorf». Ο E. Sapir (1884-1939) δεν έμεινε μόνο στην αλληλεπίδραση γλώσσας-πραγματικότητας, αλλά επέμεινε και στο ρόλο που διαδραματίζει το περιβάλλον στη διαμόρφωση της γλώσσας. Για τον Sapir το περιβάλλον «δημιουργεί» γλώσσα, γεγονός που επαναεπιβεβαιώνει ο μαθητής του B. L. Whorf (1897-1941), υποστηρίζοντας πως «η πραγματικότητα διαφέρει ολοκληρωτικά από γλωσσική κοινότητα σε γλωσσική κοινότητα». Η αντίληψη αυτή του Herder, η οποία στη συνέχεια υιοθετήθηκε από τον Humboldt και τέλος από τους Sapir και Whorf και έχει να κάνει με τη σχέση γλώσσας και σκέψης ονομάστηκε στη δεκαετία του ’50 «Υπόθεση Sapir- Whorf».
 Με άλλα λόγια, οι παραπάνω θεωρητικοί υποστήριξαν πως οι ομιλητές μιας συγκεκριμένης γλώσσας, οι οποίοι αποτελούν και μέλη της συγκεκριμένης γλωσσικής κοινότητας που «χρησιμοποιεί» τη γλώσσα αυτή, είναι «καταδικασμένοι» να βλέπουν τον κόσμο και να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα μέσα από το «πρίσμα» της γλώσσας τους. Όπως είναι φυσικό, πολλές είναι οι διαφορές ανάμεσα στους εκάστοτε λαούς και επομένως αυτή η κοσμοθεωρία δεν μπορεί να είναι η ίδια σε όλες τις γλώσσες.
  Σε αντίθεση με όσα ειπώθηκαν από τους Herder, Humboldt, Sapir και Whorf, έρχονται οι υποστηρικτές των καθολικών χαρακτηριστικών των γλωσσών να αποδείξουν ότι η μεταφορά μηνυμάτων από σε γλώσσα σε γλώσσα είναι εφικτή, ακόμα κι αν μιλάμε για…άλλες κοσμοθεωρίες. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η δυσκολία της μετάφρασης λέξεων ή εκφράσεων που αντικατοπτρίζουν κυρίως τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά μιας γλωσσικής κοινότητας ίσως θα μπορούσε να περιοριστεί αν όχι να εξαλειφθεί, αν δεν δημιουργούνταν συγχύσεις στην τυπολογία του G. Mounin (1910-1993) για τα καθολικά χαρακτηριστικά, που γίνονται αντιληπτά σε όλες τις γλώσσες ή σε όλους τους πολιτισμούς που αντανακλούν οι γλώσσες αυτές. Με βάση αφενός το γεγονός ότι δυο πολιτισμοί είναι δυνατό να έρθουν σε επαφή και να υπάρξει μεταφορά μηνυμάτων από μια γλώσσα σε μια άλλη μέσω της μετάφρασης και αφετέρου στο γεγονός ότι η διαφορετική αντίληψη της πραγματικότητας από κάθε γλωσσική ομάδα περιορίζεται ή εν πάση περιπτώσει συναντά ένα όριο λόγω του ότι όλοι οι άνθρωποι ανήκουν στο ίδιο είδος, κατοικούν στον ίδιο πλανήτη και εξελίσσονται προς την αλληλοδιείσδυση των πολιτισμών, ο Mounin κατέληξε στη διατύπωση πέντε κατηγοριών κοινών σε όλες τις γλώσσες χαρακτηριστικών ή διαφορετικά πέντε ειδών καθολικών: το «κοσμογονικό» είδος, το οποίο καλύπτει τις κοινές εμπειρίες λόγω της διαβίωσης των ανθρώπων στον ίδιο πλανήτη, όπως κρύο, ζέστη, ουρανός, άνεμος, μέρα, νύχτα, εποχές κ.τ.λ., το «βιολογικό» είδος, το οποίο καλύπτει τις βιολογικές ανάγκες, όπως τροφή, ύπνος, αναπνοή, φύλλο κ.τ.λ., το «ψυχολογικό» είδος, που προϋποθέτει και κάποια ταύτιση της ζωής όλων των ανθρώπινων όντων, όπως ο φόβος, η χαρά, το χιούμορ, η θλίψη κ.τ.λ., το «πολιτισμικό», το οποίο επιχειρεί γλωσσικές συγκλίσεις σε τομείς όπως η τεχνολογία, η θρησκεία, η εκπαίδευση κ.τ.λ., και τέλος, το πέμπτο είδος το οποίο περιλαμβάνει τα γλωσσικά καθολικά όλων των γλωσσών του κόσμου.
   Αν όλα αυτά τα είδη καθολικών δεν τύγχαναν αμφισβητήσεων ή λογικών αντιρρήσεων ίσως και να αποτελούσαν σημαντικότατη βοήθεια για τους μεταφραστές. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Πρώτον, διότι είναι χαρακτηριστικός ο ευρωκεντρισμός του διαχωρισμού αυτού σε καθολικά, καθώς είθισται να συγκρίνονται και να λαμβάνονται ως σημεία αναφοράς γλώσσες που χαρακτηρίζονται από παρόμοια κατάτμηση της πραγματικότητας. Τα αποτελέσματα θα ήταν τελείως διαφορετικά αν συγκρίναμε, για παράδειγμα, μια ευρωπαϊκή γλώσσα και μια ασιατική γλώσσα, που κατατέμνουν διαφορετικά την πραγματικότητα και επομένως την εκφράζουν με τελείως διαφορετικό τρόπο, αφού είναι λογικό, γλώσσες που γεωγραφικά συνορεύουν να αλληλοεπηρεάζονται λόγω της ευκολότερης και αμεσότερης επαφής των λαών που τις ομιλούν. 
Δεύτερον, παρατηρείται στο περιεχόμενο κάθε είδους καθολικών να περιλαμβάνονται συνεχή και ασυνεχή φαινόμενα του εξωτερικού κόσμου. Δεν μπορούν, λόγου χάρη, να ανήκουν στην ίδια κατηγορία ασυνεχή φαινόμενα όπως «γη» και «ουρανός» και συνεχή, όπως «ζέστη» και «κρύο». Στην πραγματικότητα, οι αντιθέσεις ζέστη/κρύο, ξηρό/υγρό, μεγάλο/μικρό, όπως και οι υποδιαιρέσεις του χρόνου ή οι κύκλοι βλάστησης θα έπρεπε να αποκλειστούν από τις κατηγορίες των καθολικών, καθώς δεν εμφανίζονται σε όλες τις γλωσσικές κοινότητες ή εμφανίζονται με τεράστιες διαφορές μεταξύ τους. Στην ουσία, ακόμα και να μπορούσαμε να βασιστούμε στα είδη των καθολικών χαρακτηριστικών, θα έπρεπε αυτά να περιλαμβάνουν μόνο ασυνεχή φαινόμενα και να είναι πολύ πιο περιορισμένα.
Στην τρίτη θέση βρίσκεται ένας ακόμα λόγος αμφισβήτησης των καθολικών. Μπορεί η κάθε γλώσσα να εκφράζει διαφορετικά την πραγματικότητα, όμως είναι γνωστό και κοινώς αποδεκτό ότι στην εποχή της μη απομόνωσης των κοινωνιών, της συχνής επαφής μεταξύ τους και της ολοένα αυξανόμενης αλληλοδιείσδυσης των πολιτισμών, παρατηρούνται γλωσσικές συγκλίσεις, οι οποίες στην πραγματικότητα αποτελούν μεταφράσεις ή δάνεια μεταξύ κοινωνιών που βρίσκονται σε άνισα επίπεδα ανάπτυξης. Η ευκολία όμως με την οποία ενσωματώνονται και τα κενά που έρχονται να καλύψουν τα δάνεια αυτά ποικίλουν από γλώσσα σε γλώσσα, εκδηλώνονται με διαφορετικούς τρόπους και οφείλονται σε διάφορους λόγους. Για να γίνει πιο κατανοητό το γεγονός αυτό, ας σκεφτούμε ένα τουρκικό λογοτεχνικό έργο, το οποίο μεταφράζεται στα ελληνικά. Είναι πολύ πιθανό στο μετάφρασμα  να αναφέρονται πολλές δάνειες λέξεις που προέρχονται από την τουρκική γλώσσα, έχουν ενσωματωθεί όμως στην ελληνική και συναντώνται συχνά στο καθημερινό λεξιλόγιο της, με αποτέλεσμα τέτοιου είδους λέξεις να γίνονται άμεσα κατανοητές και να μην απαιτείται η περαιτέρω επεξήγηση τους στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Το ίδιο δεν συμβαίνει και με τη μετάφραση του έργου στα αγγλικά, γεγονός που διαπιστώνεται με μια σύντομη αναδρομή στην ελληνική ιστορία και τη σύγκριση της με την αγγλική.
   Σύμφωνα με κάποιους γλωσσολόγους και μεταφραστές, αν μπορούμε τελικά, να βασιστούμε στην ύπαρξη καθολικών για το πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη, τότε θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας μόνο τα δύο επίπεδα γλωσσικών καθολικών. Το πρώτο επίπεδο περιλαμβάνει τα γενικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου λόγου, ενώ το δεύτερο επίπεδο περιλαμβάνει τα δομικά χαρακτηριστικά, που αφορούν στις μορφολογικές, σημασιολογικές και συντακτικές τάσεις της κάθε γλώσσας.
 Η ενασχόληση με την ύπαρξη των καθολικών ιδιοτήτων των γλωσσών εξακολουθεί και αποτελεί βασικό ζήτημα στη σύγχρονη εποχή του κλάδου της μεταφρασεολογίας. Η αναζήτηση κάποιων καθολικών χαρακτηριστικών των γλωσσών παραμένει κεντρικό ζήτημα, αφού διευκολύνει τη μετάφραση και εξασφαλίζει ένα σταθερό υπόβαθρο για το σχεδιασμό των συστημάτων μηχανικής μετάφρασης.
  Ένας τρίτος λόγος στον οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι οφείλεται η δυσκολία της μετάφρασης ή μη μεταφρασιμότητα των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων που εντοπίζονται σε μια γλώσσα, αποτελεί το γεγονός ότι οι γλώσσες διαφέρουν ως αξίες. Επεξηγώντας τη συγκεκριμένη φράση θα μπορούσαμε να τονίσουμε το γεγονός, ότι η ιδιαιτερότητα και δη η πολιτισμική της κάθε γλώσσας, έγκειται στην ιδιαιτερότητα του εσωτερικού συστήματος των σχέσεών της. Ακόμα και η κάθε λέξη αποκτά τη δική της ιδιαίτερη φυσιογνωμία μέσα στην κάθε γλώσσα, αφού η θέση της προσδιορίζεται από το γενικότερο σύστημα αξιών της γλώσσας. Έτσι, για παράδειγμα το ρήμα ‘δίδω’ της ελληνικής διαφέρει από το ‘give’ της αγγλικής, το ‘geben’ της γερμανικής ή το ‘donner’ της γαλλικής, γιατί εντάσσεται σε ένα διαφορετικό πλαίσιο σχέσεων. Γιατί πλέον αποτελεί αξία και όχι ένα απλό σημείο… Επομένως γίνεται άμεσα κατανοητό, πως η χαρακτηριστική αυτή διαφορά των γλωσσών μεταξύ τους ως αξίες και όχι ως σημειακά συστήματα δυσκολεύει τη μεταφραστική διαδικασία και κυρίως τη μετάφραση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων ή ειδικότερα τη μετάφραση ενός λογοτεχνικού κειμένου. Έτσι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι μεταφραστές είναι συχνά υποχρεωμένοι να παίρνουν αυθαίρετες αποφάσεις.
Ο περίφημος επιστήμονας της μετάφρασης της Σχολής του Saarbrücken, W. Wills, ερευνά και αναλύει τις μεταφραστικές δυσκολίες ξεκινώντας από τέσσερα σημεία: α) οι μεταφραστικές δυσκολίες αποτελούν καθαρώς εμπειρικό φαινόμενο, β) η καθεμιά μεταφραστική δυσκολία πρέπει να αναλυθεί και να περιγραφεί ξεχωριστά εντός του κειμενικού της περιβάλλοντος, γ) υπάρχει πλήθος μεταφραστικών δυσκολιών, οι οποίες δεν αναγνωρίζονται ή και αν αναγνωριστούν, δεν ξεπερνιούνται και δ) το δυσκολότερο στάδιο της ανακάλυψης μεταφραστικών δυσκολιών είναι αυτό της αποτίμησής τους.
Το πρώτο σημείο που επισημαίνει ο W. Wills, όσον αφορά στις μεταφραστικές δυσκολίες, είναι ότι αποτελούν καθαρώς εμπειρικό φαινόμενο, αφού γίνονται αντιληπτές από τους μεταφραστές ακριβώς κατά την ώρα της μεταφραστικής διαδικασίας. Δεν υπάρχει, λοιπόν, αμφιβολία πως η προσωπικότητα και η εμπειρία του μεταφραστή είναι οι δύο βασικοί παράγοντες, που του επιτρέπουν να αναγνωρίζει τις μεταφραστικές δυσκολίες, να επινοεί την αντιμετώπιση τους και τελικά την πλησιέστερη σε σημασιολογικό επίπεδο απόδοσή τους στη γλώσσα αφίξεως. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο και τουλάχιστον θεωρητικώς δεν υπάρχει μεταφραστής που να μην αφήνει τη δική του προσωπική σφραγίδα στο μετάφρασμα του και ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο ποτέ δύο μεταφράσεις του ίδιου κειμένου δεν είναι ίδιες.
Ο L. Wittgestein (1889-1951) είχε αναφέρει στο έργο του Philisophische Grammatik ότι η λέξη αποτελεί δευτεροταγές σημείο σε αντίθεση με την χειρονομία που αποτελεί πρωτοταγές. Ο Wills αναλύοντας το δεύτερο σημείο εν σχέσει με τις μεταφραστικές δυσκολίες, προχωράει ένα βήμα παραπέρα και τονίζει πως η κάθε λέξη είναι μεν σημείο αλλά ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται και από μια πολυσημία ανάλογα με το συγκείμενο στο οποίο εντοπίζεται. Σύμφωνα με την άποψη αυτή του Wills, οι λέξεις γίνονται φορείς απείρων σημασιών, γεγονός που τους επιτρέπει να διασώζουν, μέσω της ιστορικής μεταβολής των σημασιών τους, τον πλούτο μιας γλώσσας και κατ’ επέκταση το πολιτισμικό της υπόβαθρο. Οι σημασίες επομένως που μπορεί να πάρει μια λέξη εξαρτώνται άμεσα από το κειμενικό της περιβάλλον ή διαφορετικά από το συγκείμενό της, γεγονός που αναμφισβήτητα δυσκολεύει το έργο των μεταφραστών. Άλλωστε, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο κάθε μεταφραστής κατά τη μεταφορά μηνυμάτων από μια γλώσσα αφετηρίας σε μια γλώσσα αφίξεως, είναι περισσότερες σε ένα λογοτεχνικό έργο ή ένα ποίημα από ότι σε ένα οικονομικό, νομικό ή τεχνικό κείμενο, ακριβώς επειδή στην πρώτη περίπτωση, ο μεταφραστής οφείλει να λαμβάνει υπόψη του και το συγκείμενο, καθώς ο λόγος είναι πιο ποιητικός και εμπλουτισμένος με τα γλωσσικά και υφολογικά «εργαλεία» του κάθε συγγραφέα, ενώ στη δεύτερη περίπτωση η οποιαδήποτε δυσκολία θα μπορούσε πολύ ευκολότερα να αντιμετωπιστεί από την πλευρά του μεταφραστή με τη χρήση κάποιου εξειδικευμένου για την κάθε περίπτωση λεξικού.
Το τρίτο σημείο που αναλύει ο Wills έχει να κάνει με το γεγονός ότι ένα πλήθος μεταφραστικών δυσκολιών δεν αναγνωρίζεται κατά τη μεταφραστική διαδικασία και σε περίπτωση που εν τέλει αναγνωριστεί δεν ξεπερνιέται. Οι μεταφραστές έχουν στη διάθεση τους μια ποικιλία ισοδυνάμων προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που θα συναντήσουν, είτε αυτές σχετίζονται άμεσα με το πολιτισμικό υπόβαθρο της γλώσσας-πηγή είτε όχι. Πριν όμως από την αντιμετώπιση των δυσκολιών κρίνεται απαραίτητη η αναγνώρισή τους με τη συλλογή και ένταξή τους σε ένα γενικό σύνολο και κατόπιν με την ταξινόμηση και διευθέτησή τους σε υποσύνολα του γενικού συνόλου. Λόγω αυτής της μεγάλης γκάμας ισοδυνάμων και των πολλαπλών δυνατών αποφάσεων, που έχουν στη διάθεσή τους οι μεταφραστές, πολύ συχνά οδηγούνται σε ανακρίβειες σημασιολογικές ή/και υφολογικές.
Τέλος, ο Wills θεωρεί υψίστης σημασίας το πώς μια μεταφραστική δυσκολία, από τη στιγμή που αναγνωριστεί και αντιμετωπιστεί, μπορεί να διδαχθεί. Σύμφωνα με την άποψή του, η συλλογή μεταφραστικών δυσκολιών, που προκύπτουν από την ανά ζεύγη γλωσσική σύγκριση και ανάλογα με το είδος του κειμένου σε κάθε περίπτωση, μπορεί να οδηγήσει στην παγίωση ενός συνόλου κριτηρίων με απώτερο σκοπό την εκπόνηση «μιας ολοκληρωμένης μεθόδου περιγραφής, ερμηνείας και αποτίμησης των δυσκολιών στη μετάφραση».
Από την άλλη πλευρά ο Mounin, ο οποίος, όπως είπαμε νωρίτερα, υποστήριξε την ύπαρξη των καθολικών των γλωσσών και πως με τη βοήθειά τους οι μεταφραστικές δυσκολίες μπορούν να ξεπεραστούν, μας πληροφορεί στο έργο του Οι Ωραίες Άπιστες, πως πέρα από τα καθολικά, υπάρχουν επιπλέον λογικά επιχειρήματα με τα οποία αποδεικνύεται πως η κάθε μεταφραστική δυσκολία, σε σημασιολογικό, μορφολογικό, φωνητικό αλλά και υφολογικό επίπεδο, μπορεί να ξεπεραστεί και καταρρίπτει τον μύθο περί μη μεταφρασιμότητας ή διαφορετικά περί του ανέφικτου της μετάφρασης. Για τον ίδιο, η μετάφραση όχι μόνο είναι εφικτή αλλά και αναγκαία. Η ανάλυση του αυτή είναι ουσιαστικά μια απάντηση, θα λέγαμε, στις απόψεις και τα επιχειρήματα του J. du Bellay (1525-1560), ο οποίος υποστήριζε ότι η μετάφραση είναι ανέφικτή για τέσσερις βασικούς λόγους. Πρώτον, διότι οι λέξεις έχουν την κυριολεκτική τους σημασία, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο γνώρισμα για κάθε γλώσσα, δεύτερον, διότι οι γραμματικές δομές και οι τυποποιημένες εκφράσεις αποτελούν εξίσου ιδιαίτερο γνώρισμα της κάθε γλώσσας, τρίτον, διότι τα φωνητικά και μουσικά γνωρίσματα της κάθε γλώσσας είναι ξεχωριστά και τέταρτον, διότι κάθε συγγραφέας επιστρατεύει τα δικά του λογοτεχνικά μέσα, όπως οι παρομοιώσεις, οι μεταφορές, οι αλληγορίες, τα καλολογικά στοιχεία κ.τ.λ. που στις περισσότερες των περιπτώσεων φέρουν πολιτισμικά στοιχεία, προκειμένου να εκφράσει αυτά που θέλει στα έργα του και τέτοιου είδους στοιχεία είναι δύσκολο να εκφραστούν σε άλλη γλώσσα, παρά μόνο στην αρχική γλώσσα γραφής, τη γλώσσα του συγγραφέα, τη γλώσσα, δηλαδή, του πρωτοτύπου.
Σύμφωνα με τον Mounin, λοιπόν, οι δυσκολίες που συναντά ο μεταφραστής σε σημασιολογικό επίπεδο δεν αποδεικνύουν το ανέφικτο της μετάφρασης, αρκεί να έχει προηγηθεί σε βάθος και όχι υποτυπώδης έρευνα από την πλευρά του μεταφραστή: σε περίπτωση που υπάρχει αντίστοιχη κυριολεκτική σημασία μιας λέξης, που δημιουργεί και την αντίστοιχη εικόνα στη γλώσσα-στόχος, τότε ο μεταφραστής ακολουθεί την κατά λέξη μετάφραση, σε περίπτωση που η λεκτική εικόνα στη γλώσσα-στόχος είναι διαφορετική, τότε ο μεταφραστής καλείται να χρησιμοποιήσει την αντίστοιχη και κατά το δυνατόν πλησιέστερη, σε περίπτωση που μετά από λεπτομερή αναζήτηση και έρευνα η λεκτική εικόνα της γλώσσας-πηγή μοιάζει αναντικατάστατη στη γλώσσα-στόχος, τότε ο μεταφραστής μπορεί κάλλιστα να τη διατηρήσει ως έχει στο μετάφρασμα, διαφυλάσσοντας με αυτόν τον τρόπο και τη «γεύση» της ξένης γλώσσας, επεξηγώντας την οπωσδήποτε σε κάποια υποσέλιδη σημείωση, ως σημείωση του μεταφραστή (Σ.τ.Μ.), φαινόμενο που παρατηρείται συχνά σε τέτοιου είδους περιπτώσεις.
Όσον αφορά στο μορφολογικό επίπεδο, ο Mounin επισημαίνει, πως όλοι οι γλωσσολόγοι συμφωνούν, ότι ο διαχωρισμός μεταξύ γλωσσών με καθορισμένη δομή και γλωσσών με ελεύθερη δομή δεν υφίσταται και επομένως οι γραμματικές δομές μπορούν να μεταφραστούν. Με ένα εύστοχο παράδειγμα, το οποίο έχει να κάνει με την έλλειψη απαρεμφάτου στην ελληνική γλώσσα, καθιστά κατανοητή την παραπάνω άποψή του. Σύμφωνα με το παράδειγμα του Mounin στα νέα ελληνικά δεν υπάρχει απαρέμφατο∙ αυτό δε σημαίνει όμως, ότι είναι αδύνατο οι ελληνόφωνοι να αντιληφθούν τις πράξεις που υποδηλώνουν τα απαρέμφατα. Ακριβώς επειδή μπορούν να αντιληφθούν το νόημα των πράξεων αυτών, μπορούν και να το μεταφράσουν στην ελληνική από οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, η οποία έχει απαρέμφατο, χρησιμοποιώντας απλώς διαφορετικές γραμματικές δομές.
Από την πλευρά της φωνητικής ο Mounin επιχειρηματολογεί υπέρ της μεταφρασιμότητας, καθιστώντας υψίστης σημασίας τη διαπίστωση των γλωσσολόγων, σύμφωνα με την οποία «οι γλώσσες δεν δημιουργήθηκαν από ένα είδος γενικευμένης φωνητικής εκφραστικότητας, σαν οι πρωτόγονες κραυγές να περιέγραφαν με μουσικότητα τα πράγματα που κατονόμαζαν». Αντίθετα, διαπιστώνεται ότι «υφίσταται συμφωνία μεταξύ του νοήματος της λέξης και των ήχων που τη συνθέτουν.» Αυτό που στην ουσία συμβαίνει είναι ότι «δεν πρόκειται για ιδιότητα που έχουν οι ήχοι, αλλά για μια μακροπρόθεσμη επιρροή του νοήματος στον ήχο». Λαμβάνοντας υπόψή του τις παραπάνω διαπιστώσεις ο Mounin καταρρίπτει τα επιχειρήματα που στηρίζονται στη φωνητική και υποστηρίζουν το ανέφικτο της μετάφρασης, τονίζοντας ότι ο μεταφραστής έχει στη διάθεση του τα φωνητικά μέσα, ώστε να μεταφράσει υποβάλλοντας στον αναγνώστη τις επιθυμητές εντυπώσεις, μέσω πραγματικών φωνητικών αντιστοιχιών.
Τέλος, όσον αφορά στην υφολογία, έχουμε να κάνουμε με τις δυσκολίες που προκύπτουν κατά τη μεταφραστική διαδικασία τόσο λόγω των χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων των ίδιων των γλωσσών όσο και λόγω του συγκεκριμένου τρόπου γραφής του κάθε συγγραφέα. Ο Mounin δεν παραβλέπει τη δυσκολία στη μετάφραση των αλληγοριών, των μεταφορών, των παρομοιώσεων, των εικόνων, των καλολογικών στοιχείων κ.τ.λ. που χρησιμοποιεί ο κάθε συγγραφέας. Παρ’ όλα αυτά, τονίζει πως, αν όντως όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά αποδείκνυαν το ανέφικτο της μετάφρασης, τότε δεν θα είχαμε στη διάθεση μας τις μεταφράσεις τόσο σπουδαίων λογοτεχνών, που έγραψαν σε διάφορες γλώσσες, όπως δε θα υπήρχαν συγκεκριμένα είδη ύφους. Ειδικά σε ότι αφορά στο λογοτεχνικό ύφος δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με τον προσωπικό τρόπο γραφής ενός συγγραφέα, αλλά και με τον τρόπο έκφρασης, δηλαδή τις γλωσσικές συνήθειες ενός ρεύματος ή κινήματος, μιας σχολής, μιας περιόδου ή ακόμα και μιας εθνικής λογοτεχνίας, που κατά κάποιο τρόπο είναι άμεσα συνδεδεμένες με τον πολιτισμικό υπόβαθρο ενός λαού.
 Ποια θα πρέπει, λοιπόν, να είναι η στάση του μεταφραστή σε περιπτώσεις όπως οι παραπάνω και πώς τελικά θα επιλύσει τα μεταφραστικά προβλήματα που προκύπτουν κατά τη μεταφραστική διαδικασία προκειμένου ο αναγνώστης-δέκτης να λάβει το μήνυμα που λαμβάνει και ο αναγνώστης του πρωτοτύπου; Η απάντηση είναι εξίσου πολλαπλή και βρίσκεται στην κρίση του κάθε μεταφραστή, αν τελικά θα επιλέξει να αφήσει αμετάφραστα τα πολιτισμικά στοιχεία, αν θα τα αντικαταστήσει με πολιτισμικά στοιχεία της γλώσσας-στόχος ή αν θα επιχειρήσει να τα επεξηγήσει στο αναγνωστικό κοινό της γλώσσας-στόχος, πιθανώς με σημειώσεις του μεταφραστή ή με έναν πρόλογο στην αρχή του μεταφράσματος. Σε πρακτικό επίπεδο δεν υπάρχουν κανόνες ή σωστό και λάθος στην επιλογή του τρόπου επίλυσης των μεταφραστικών προβλημάτων. Ο κάθε μεταφραστής επιλέγει την καταλληλότερη τεχνική ή στρατηγική προκειμένου να επιλύσει τέτοιου είδους προβλήματα. Ακριβώς το γεγονός αυτό εννοούσε ο Wills, χαρακτηρίζοντας τη μετάφραση «φαινόμενο εμπειρικό».
Όποια κι αν είναι η επιλογή του μεταφραστή, αυτό που σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι ο πολιτισμός-στόχος και η λειτουργικότητα του μεταφράσματος σε αυτόν. Σε περίπτωση που δε ληφθεί υπόψη ο πολιτισμός-στόχος, τότε μάλλον έχουμε να κάνουμε με ένα μη λειτουργικό μετάφρασμα, που δεν γίνεται κατανοητό από το κοινό για το οποίο μεταφράστηκε. 



*Σ.τ.Μ.: Για μένα το καλύτερο είναι να μην ανήκεις ούτε μόνο στον πραγματικό ούτε μόνο «στον δικό σου κόσμο», αλλά στον «πραγματικά δικό σου κόσμο»! Με άλλα λόγια, ενώστε πραγματικούς και φανταστικούς κόσμους και κάντε τον κόσμο σας…πραγματικότητα! Είτε είστε μεταφραστές είτε όχι! Όλα στο χέρι μας είναι!

2 σχόλια:

Γιωργος Κεντρωτης είπε...

Πάρα πολύ ωραία παρουσίαση. Αποκαλύπτομαι.

Bery είπε...

Ευχαριστώ πάρα πολύ κ. Κεντρωτή! Για μένα το ωραίο είναι, οτι το σχόλιο προέρχεται απο εσάς!